Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

Κροκόδειλος Κλαδάς - Ο οπλαρχηγός-πρότυπο για τους επαναστάτες του 1821


Ο επαναστάτης με το περίεργο όνομα!
Ο Κροκόδειλος Κλαδάς γεννήθηκε το 1425. Καταγόταν από τη Χιμάρα (<αρχ. Χίμαιρα) (και Χειμάρρα <χείμαρρος) της Βορείου Ηπείρου. Ο πατέρας του, όπως και άλλοι με τις γειτονικές από τη Χιμάρα περιοχές, εγκαταστάθηκε στην Πελοπόννησο και μπήκε στην υπηρεσία των Παλαιολόγων.

Για το ονοματεπώνυμο του Κροκόδειλου Κλαδά υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία στο '' Ιστορικό Λεξικό Ελληνικών Επωνύμων'' του αείμνηστου Δικαίου Βαγιακάκου (1917-2016). Το επώνυμό του προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κλάδος=κλαδί, κλωνάρι (ήδη στον Ηρόδοτο υπάρχει η λέξη με αυτήν τη σημασία). Η μεταφορική σημασία της λέξης, αυτόνομο τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, απαντά στον Εμπεδοκλή.
Για το όνομα Κροκόδειλος γράφει ο Δικαίος Βαγιακάκος:<<Εκ του ουσ. κροκόδειλος... Το όνομα εχρησιμοποιήθη και ως βαπτιστικόν και ως επώνυμον υπό διάφορους τύπους, ως Κορκόδειλος, Κροκόντειλος. Ενδιαφέροντα περί του ζώου γράφει ο Ηρόδοτος, ο οποίος αναφέρει ότι εις την Αίγυπτον καλείται Χάμψα(han-emsah), κροκόδειλον δε τον ονόμασαν οι Ίωνες, οι οποίοι ενόμισαν ότι είναι το ίδιον είδος ζώου με τας σαύρας τας οποίας εκείνοι είχον εις τους τοίχους των. Ως προς την σημασίαν του ονόματος ο Αχμέτ εις το Ονειροκριτικόν του παρατηρεί ότι αρχικώς το επώνυμο εδόθη εις φονέα και απονενοημένον άνθρωπο: '' Κροκόδειλος πειρατήν ή φονέα ή ουδέν ήττον απονενοημένον άνθρωπον σημαίνει.''

Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Δικαίος Βαγιακάκος, μανιάτης στην καταγωγή, κάνει ειδική μνεία στον Κροκόδειλο Κλαδά, με μια σύντομη βιογραφία του, κάτι μάλλον σπάνιο για το '' Ιστορικό Λεξικό Ελληνικών Επωνύμων''.
Να σημειώσουμε επίσης ότι το όνομα απαντά σε διάφορες πηγές και με τους τύπους Κορκόντυλος, Κορκόδειλος και Ακροκόνδυλος. Σημειώνουμε εδώ, χωρίς να σχετίζεται αυτό απαραίτητα με τον Κλαδά, ότι η λέξη κόνδυλος στα αρχαία ελληνικά αλλά και αργότερα, στο έπος του Διγενή Ακρίτα, έιχε και την σημασία ''πυγμή''.

Η ζωή και η δράση του Κροκόδειλου Κλαδά

Όπως αναφέραμε, πατέρας του Κροκόδειλου ήταν ο Θεόδωρος Κλαδάς, βορειοηπειρώτης στην καταγωγή. Μπήκε στην υπηρεσία των Παλαιολόγων του Δεσποτάτου του Μορέως και λόγω των ικανοτήτων και του συνετού χαρακτήρα του, διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής της Μάνης. Ήταν μάλιστα ο τελευταίος Βυζαντινός στρατιωτικός διοικητής της περιοχής. Όταν πέθανε ο Θεόδωρος Κλαδάς (άγνωστο πότε ακριβώς, πάντως πριν το 1460), οι κάτοικοι εξέλεξαν διοικητή τους το γιο του Θεόδωρου, Κροκόδειλο Κλαδά. Αυτός έκανε αρχηγείο του το φρούριο του Αγίου Γεωργίου των Βαρδουνίων στη Λακωνία.

Την περίοδο 1458-1460, όταν άρχισε η οθωμανική εισβολή στην Πελοπόννησο, ο Κλαδάς πολέμησε ηρωικά στο πλευρό των Παλαιολόγων, αλλά τελικά αναγκάστηκε να υποταχθεί στον σουλτάνο Μωάμεθ Β (τον Πορθητή) παίρνοντας ως αντάλλαγμα από αυτόν εκτάσεις γης στη Λακωνία (πεδιάδα Έλους) και τη Μεσσηνία.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Βυζαντινός χρονογράφος Γεώργιος Σφραντζής:...ταύτα ιδών (δηλαδή τις κατακτήσεις του Μωάμεθ) ο Κροκόντυλος ή μάλλον ειπείν Κροκόδειλος (Κλαδάς) οικειότερον, προσεκύνησεν και αυτός τον αμιράν (αμιράς=τίτλος που δινόταν σε μουσουλμάνους ηγεμόνες και φύλαρχους), το δε κάστρον του Αγίου Γεωργίου και τους δύο υιούς αυτού δέδωκεν αυτώ...>>
Ο δε William Miller στο έργο του ''Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα'' γράφει: '' Ο Κλαδάς ήταν από τους τελευταίους Πελοποννήσιους πολεμιστές που είχαν υποταχτεί στον Μωάμεθ Β την εποχή της κατάκτησης και που ο κατακτητής θεωρώντας τον φρόνιμο του είχε παραχωρήσει την πλούσια πεδιάδα του Έλους, κοντά στη Σπάρτη, ως στρατιωτικό τιμάριο. Το Έλος, σύμφωνα με μία θεωρία, έδωσε στα αρχαία χρόνια στους Είλωτες το όνομά τους αλλά ο Κλαδάς έιχε περισσότερο σπαρτιατικό παρά ειλωτικό χαρακτήρα.''
Κατά τη διάρκεια του Α Τουρκοβενετικού πολέμου (1463-1479) και με την άφιξη του Βενετού πολέμαρχου Bertoldo d' Este, ο οποίος ήταν αρχιστράτηγος των βενετικών πολεμικών επιχειρήσεων στον ελλαδικό χώρο ο Κλαδάς μπήκε ως επικεφαλής <<στρατιωτών>> (stradioti) υπό την προστασία της βενετικής σημαίας, ξεσηκώνοντας όσους <<Έλληνες της ανυπόταχτης Μάνης είχαν υποταχτεί στον κατακτητή>> (Αλέξης Γ. Κ. Σαββίδης, ''Η Βαλκανική Αντίδραση'')

Οι Ενετοί χάρη στη μεγάλη του επιρροή και αξία, τον διόρισαν αρχηγό των Ελλήνων αρματολών (beis in cernide, che in lingua nostra e ditto capo di stratiotti) και φαίνεται ότι κατόρθωσε να ανακαταλάβει τα πατρογονικά τιμάρια στη Βορδόνια. Παρά τις επιτυχίες αυτές όμως του Κλαδά και των Βενετών, οι Οθωμανοί το 1474-1475 κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου εκτός από ορισμένα φρούρια.
Για τις υπηρεσίες του αυτές ο Κλαδάς τιμήθηκε από τον προνοητή (proveditore) του βενετικού στόλου Ιερώνυμο Κονταρίνι με το παράσημο του Λέοντα του Αγίου Μάρκου και με χρυσοκέντητο μανδύα (Σεπτέμβριος 1479), ενώ του παραχωρήθηκαν νέα κτήματα γης στην Κορώνη.

Όμως μετά την εγκατάλειψη της πολιορκίας της Ναυπάκτου από τους Οθωμανούς, ο βενετοτουρκικός πόλεμος τερματίστηκε και οι Βενετοί υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης με όχι ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους για τους ίδιους. Με αυτήν αναγκάζονταν να παραχωρήσουν τις περιοχές της Μάνης στον Μωάμεθ Β και ταυτόχρονα πίεζαν τον Κλαδά να παραιτηθεί (1479/1480). Ο Κλαδάς, χολωμένος από την στάση των Βενετών, έφυγε από την Κορώνη και πήγε στη Μάνη (9 Οκτωβρίου 1480) επικεφαλής σωμάτων ''stradioti''.

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Σάθα ''συγκέντρωσε 16.000 επικηρυγμένους κλέφτες και άλλους αντάρτες, πήγε στη Μέσα Μάνη και τους κάλεσε όλους σε επανάσταση'' (Κ. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1914). Τις πληροφορίες που παραθέτει ο Κ. Σάθας (1842-1914) τις έλαβε από τον απόγονο του Κ. Κλαδά Ιωάννη Γεωργίου Κλαδά που ζούσε στην Κεφαλλονιά και ο οποίος τις είχε αντιγράψει από χειρόγραφο που σώζεται στο Βρετανικό Μουσείο:''Storia della Guerra dei Veneziani 1478-1482. Ms. Mus. Britan Additional αρ.8586''
Να σημειώσουμε ότι η πρώτη έκδοση του βιβλίου του Κ. Σάθα έγινε το 1869 όταν ο μεγάλος ιστοριοδίφης ήταν μόλις 27 ετών(!!!)
Ο Κλαδάς πολύ σύντομα υπέταξε τους Οθωμανούς τουρμάρχες (διοικητές ιππικών σωμάτων, η λέξη είναι βυζαντινή, τουρμάρχης< τούρμα<λατιν. turma) και σουμπασήδες (τοπικούς άρχοντες με διοικητική και αστυνομική δικαιοδοσία) των χωριών Μεγάλου και Μάνης, κυρίευσε το φρούριο και τον πύργο του Τριγοφίλου και του Οίτυλου και φυλάκισε τους φύλαρχους και τους φρούραρχους. Ύστερα κατέλαβε τα στενά περάσματα (κλεισούρες) των βουνών Μάνη και Μεγάλου και στη συνέχεια εκστράτευσε και κατέκτησε τα φρούρια και τους πύργους της Καστανιάς, της Λεφτίνης, της Ανδρούσας, του Βάσκου, της Πιάγας και το χωριό Παπαφίγγο.
Όταν έμαθαν τις εξελίξεις ο φρούραρχος της Κορώνης Νικολό Νοβαγέρ και ο αρμοστής Νικολό Κονταρίνι ταράχτηκαν και συνέλαβαν αμέσως τη σύζυγο, τα παιδιά και δύο αδέλφια του Κλαδά που βρίσκονταν στην Κορώνη.


Δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να ενοχοποιηθεί η Βενετία για την επανάσταση στον "Βραχίονα της Μάνης" (Brazzo di Maina) κ.ά. Γι’ αυτό διακήρυξαν δημόσια προς όλους τους αρματολούς και άλλους, να μην πάνε στη Μέσα Μάνη, απειλώντας τους ότι θα χάσουν τη ζωή και την περιουσία τους, ενώ συγχρόνως αποκήρυξαν και όλους τους αντάρτες, στέλνοντας κι έναν πολίτη με ανοιχτά γράμματα προς όλους τους Μανιάτες, όπου διακηρυσσόταν ότι ο Κλάδας δεν πήρε τα όπλα με τη συναίνεση των Ενετών και ότι δεν πρέπει να του ορκιστούν πίστη, αλλά να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στον σαντζάκμπεη της Πελοποννήσου. Ταυτόχρονα, έγραψαν στον Σουλεϊμάν σαντζάκμπεη του Μοριά γνωστοποιώντας το πώς ακριβώς έγιναν τα γεγονότα. Έγραψαν επίσης και στον Νικολό Κόκκο, απεσταλμένο της Βενετίας στον Μωάμεθ και στον βάιλο (πρεσβευτή) στην Κωνσταντινούπολη, Βαπτιστή Γκέτι, να σπεύσουν να δηλώσουν την ειλικρίνεια τους, αναγγέλλοντας συγχρόνως ότι συνέλαβαν την οικογένεια του Κλαδά.
Στο μεταξύ, ο Κλαδάς ο οποίος απέφευγε να αποκόψει τον εαυτό του από την Βενετία, εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί τον Λέοντα του Αγίου Μάρκου ως επίσημο έμβλημα του. Το κίνημά του, είχε απήχηση και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Από το Ναύπλιο ξεκίνησαν για να τον ενισχύσουν οι οπλαρχηγοί Θεόδωρος Μπούας και Μέξας Μποζίνης (Μποζίκης), με σώματα μάχιμα ιππέων. Ο Μπούας πήγε αρχικά στο Άργος, όπου βρήκε 30 Τούρκους. Κατακρεούργησε τους τρεις, ενώ τους υπόλοιπους τους αιχμαλώτισε. Στη συνέχεια πήγε στη Μάνη όπου οι δυνάμεις του ενώθηκαν με εκείνες του Κλαδά.
Σε άρθρο του Θ. Κατριβάνου στο "Περιοδικό του Συλλόγου Λεονταριτών Αρκαδίας", τ. 6, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1981, διαβάζουμε: "Ο Κορκόδειλος Κλαδάς στα ενετικά αρχεία φέρεται ο CAPO DI STRADIOTI δηλ. ο αρχηγός των στρατιωτών… Ο Κλαδάς… περιορίζει τους Τούρκους εις τα φρούρια Λεονταρίου, Ανδρώσας, Καρυταίνης και Μυστρά.

Ο Κλαδάς με ορμητήριο τα κάστρα της Καστανιάς και του Χελμού, πάνω από το σημερινό Σκορτσινού, αποκόπτει την επικοινωνία της Λακωνικής με την υπόλοιπη Πελοπόννησο".
Οι Βενετοί οι οποίοι είχαν χαρακτηρίσει τον Κλαδά "hominis perfidissimi et scandalossimi ac perturbatoris in Brachio Mane" ("άνθρωπο απιστότατο και σκανδαλοδέστατο, καθώς και ανατροπέα του Βραχίονα της Μάνης"), τον επικήρυξαν ζωντανό ή νεκρό με απόφαση του Συμβουλίου της Γαληνοτάτης και με ψήφους 79 έναντι 57, με αμοιβή 10.000 υπέρπυρων (χρυσά βυζαντινά νομίσματα).
Οι Βενετοί φέρθηκαν με αυτό τον άθλιο τρόπο στον Κλαδά παραβιάζοντας όλες τις μεταξύ τους συμφωνίες και προβάλλοντας με θράσος τη δικαιολογία ότι τα εδάφη της Μάνης, πριν τον πόλεμο με την οθωμανική αυτοκρατορία (1463 – 1479), δεν ήταν βενετικά, αλλά βυζαντινή επικράτεια και εφόσον το Βυζάντιο είχε γίνει οθωμανική επικράτεια και τα εδάφη αυτά, η Μάνη δηλαδή, θα έπρεπε δικαιωματικά να αποδοθούν στο νόμιμο επικυρίαρχο τους, δηλαδή τους Οθωμανούς!

Ο Κλαδάς δεν δέχτηκε καμία απολύτως συνεννόηση.
Ο Μωάμεθ Β' αποφάσισε να στείλει εναντίον του ισχυρά στρατεύματα. Έτσι, ο σαντζάκμπεης της Ρούμελης Αλί Μπούμιτο (Μπούμικο), εισέβαλαν στη Μάνη στις αρχές του 1481.
Όμως υπέστησαν συντριπτική ήττα από τις δυνάμεις του Κλαδά στα κλειστά περάσματα (κλεισούρες), της οροσειράς του Οιτύλου. Επτακόσιοι άνδρες τους σκοτώθηκαν και οι οθωμανικές δυνάμεις, υποχώρησαν στη Σπάρτη στις 19 Ιανουαρίου 1481.
Ο Αλί Μπουμίτο αντικαταστάθηκε ως μπεηλέρμπεης Ρούμελης από τον ικανότερο στα πολεμικά ζητήματα Αχμέτ πασά, ο οποίος με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη στην οποία υπήρχαν και 1.500 γενίτσαροι, εισέβαλε και πάλι στη Μάνη (Φεβρουάριος – Απρίλιος 1481), έχοντας χωρίσει στον Μυστρά τον στρατό του σε δύο τμήματα: το πρώτο κατευθύνθηκε στην Καλαμάτα, για να φράξει τον δρόμο εξόδου για τους Μανιάτες, ενώ το δεύτερο έφτασε στο Γύθειο και κατέλαβε το στρατηγικό πέρασμα Μαυροβουνίου – Πασ(σ)αβά. Ο Κλαδάς με τους άνδρες του κλείστηκε στο φρούριο της ορεινής περιοχής Καστανιάς και η θέση του δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο, με την αποχώρηση του οπλαρχηγού Θεόδωρου Μπούα με τους άνδρες του.
Στις αρχές Απριλίου 1481, ο Κλαδάς βρέθηκε σε δυσχερέστατη θέση. Εκτός από τους Οθωμανούς στην ξηρά, που είχαν ενισχυθεί 2.000 αζάπηδες και 1.000 αρκασίδες, έπρεπε να αντιμετωπίσει και τον στόλο τους που από τη Χαλκίδα προσέγγιζε το λιμάνι του Βασιλοπόταμου.
Όμως τη νύχτα της 6ης Απριλίου 1481, βρέθηκαν στο ακρωτήριο του Αγίου Αγγέλου της Μάνης τρεις γαλέρες του Φερδινάρδου Β’, βασιλιά της Ν(ε)άπολης, Σικελίας και Αραγώνας, που πήγαιναν στη Ρόδο και τον Ελλήσποντο για να μάθουν αν ο Μωάμεθ Β' ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον της ιταλικής πόλης.
Μέσα σ' αυτές τις γαλέρες, υπήρχε και κάποιος Giangho (Giangho da Venezia), αδελφικός φίλος του Κλαδά στον οποίο διαμήνυσε ότι μπορεί να του προσφέρει κάθε βοήθεια στο όνομα του βασιλιά Φερδινάρδου, πηγαίνοντάς τον όπου αυτός ήθελε. Κι ενώ ο σαντζάκμπεης Αχμέτ είχε στρατοπεδεύσει πάνω στο όρος της Καστανιάς, ο Κλαδάς που είχε καταφύγει στο ίδιο μέρος, με μια ηρωική επίθεση εξόδου, αφού σκότωσε κι αιχμαλώτισε πολλούς εχθρούς, στις 13 Απριλίου 1481 με 50 άνδρες του, πήγαν στο Πόρτο Κάγιο όπου επιβιβάστηκαν στις γαλέρες του Φερδινάρδου.

Ο Κλαδάς στην Ήπειρο

Στη Νεάπολη, τον Κλαδά υποδέχτηκε με τιμές ο βασιλιάς Φερδινάρδος που ήταν μεγάλος θαυμαστής του.
Την ίδια εποχή, βρισκόταν στη Νεάπολη πρεσβεία Ηπειρωτών για να προτρέψει τον Ιωάννη, γιο του Γεώργιου Καστριώτη, να βοηθήσει την πατρίδα του.
Ο Ιωάννης, υπηρετούσε μαζί με άλλους ευγενείς στο στρατόπεδο του δούκα της Καλαβρίας.
Ο Φερδινάρδος, αποφάσισε να στείλει τον Κλαδά μαζί με τον Καστριώτη στις απέναντι ηπειρωτικές ακτές.
Ο Καστριώτης αποβιβάστηκε στην περιοχή γύρω από το Δυρράχιο. Οι κάτοικοι τον υποδέχτηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό, ως ηγεμόνα. Ωστόσο οι Οθωμανοί, κινήθηκαν με μεγάλες δυνάμεις εναντίον του.
Ο Κλαδάς με τον Καστριώτη επέστρεψαν στην Νεάπολη.
Με την πολύτιμη βοήθειά τους, ο δούκας της Καλαβρίας ανακατέλαβε το Οτράντο (τον αρχαίο Υδρούντα) από τους Οθωμανούς. Να σημειώσουμε ότι οι Οθωμανοί είχαν καταλάβει το Οτράντο μετά από σύντομη πολιορκία στις 11 Αυγούστου 1480. 12.000 κάτοικοι της πόλης και των γύρων περιοχών σκοτώθηκαν και άλλες 5.000 αιχμαλωτίστηκαν. Ο επίσκοπος Στέφανο Πεντινέλι και ο διοικητής της φρουράς της πόλης κόμης Φραντσέσκο Ζούρλο, πριονίστηκαν (!) ζωντανοί.

Στο τέλος έμειναν 813 άνδρες. Ο επικεφαλής των Οθωμανών Γκεντίκ Αχμέτ πασάς τους οδήγησε στον Λόφο της Μινέρβας όπου τους έθεσε το δίλημμα να ασπαστούν το Ισλάμ ή να θανατωθούν όλοι.
Οι γενναίοι Χριστιανοί, με επικεφαλής τους τον Αντόνιο Πριμάλντο, απάντησαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν, παρά να αρνηθούν την πίστη τους. Τότε ο αδίστακτος Γκεντίκ Αχμέτ πασάς διέταξε να αποκεφαλιστούν όλοι επιτόπου. Οι 813 αυτοί μάρτυρες της χριστιανικής πίστης αγιοποιήθηκαν από τον πάπα Φραγκίσκο Α’ στις 12 Μαΐου του 2013. Το Βατικανό τους είχε «μακαρίσει» ήδη από το 1771.
Μετά την απελευθέρωση του Οτράντο, που είχε πολύ μεγάλη σημασία καθώς θα μπορούσε ν’ αποτελέσει προγεφύρωμα των Οθωμανών στην Ιταλία και ορμητήριο για την κατάκτηση και άλλων ευρωπαϊκών περιοχών, ο Φερδινάρδος αντάμειψε γενναία τον Κλαδά. Με βασιλικό διάταγμα της 12ης Ιουλίου 1481, του απένειμε τον τίτλο του «Μεγαλοπρεπή» (Magnifico) , του χορήγησε ετήσια σύνταξη από 300 καρολικά δουκάτα και παράγγειλε στον γιο του δούκα της Καλαβρίας να συνεχίσει, και μετά τον θάνατό του, να δίνει τα χρήματα αυτά στον Κλαδά.
Στη συνέχεια, ο Κλαδάς με τον Καστριώτη, με 4 γαλέρες του Φερδινάρδου, αποβιβάστηκαν στην Ήπειρο καταστρέφοντας καθετί τουρκικό που έβρισκαν στον δρόμο τους. Έτσι έφτασαν στην Αυλώνα και στη συνέχεια στα βουνά της Χιμάρας. Μόλις έκαναν την εμφάνισή τους στην περιοχή, οι Χριστιανοί κάτοικοι 50 χωριών πήραν τα όπλα και έδιωξαν τους Τούρκους.
Στη συνέχεια χτύπησαν με τις γαλέρες το ομώνυμο φρούριο στη Χιμάρα: «castello chiamato Cimera, principal fortezza di duella privincia” («φρούριο ονομαζόμενο Χιμάρα, οχυρό πρωταρχικής σημασίας για τη γύρω περιοχή»). Τρεις χιλιάδες Οθωμανοί έσπευσαν σε βοήθεια του σούμπαση (διοικητή) του φρουρίου. Ωστόσο οι κάτοικοι και οι οπλίτες από τις γαλέρες τους περικύκλωσαν. Σκότωσαν και αιχμαλώτισαν περίπου 1.000. Οι υπόλοιποι έφυγαν κατατρομαγμένοι.

Ο Οθωμανός σούμπασης, στις 31 Αυγούστου 1481 έφτασε με μια βάρκα στην Κέρκυρα. Ο ΚΛαδάς κατέλαβε αμέσως το φρούριο, όπως και το φρούριο του Παπάλου, στο όνομα του βασιλιά Φερδινάρδου.

Το ηρωικό τέλος του Κλαδά

Το 1489 – 1490 ξέσπασε νέος τουρκοβενετικός πόλεμος, κατά τον οποίο ο Κλαδάς αφού κατόρθωσε να συγκροτήσει σώμα 14.000 ανδρών στη Μάνη, ξεκίνησε νέο εθνοαπελευθερωτικό αγώνα. Ο Φερδινάρδος, αφού ήρθε σε συνεννόηση με το νέο σουλτάνο Βαγιαζήτ Β’, εγκατέλειψε τις κτήσεις του στην Ήπειρο. Παράλληλα σταμάτησε την παροχή οποιασδήποτε βοήθειας στον Κλαδά, ο οποίος οργάνωσε αντάρτικα σώματα στον Ταΰγετο που τρομοκρατούσαν τις τουρκικές φρουρές και δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα. Σε μια αψιμαχία όμως στη Βέργα, ο Κλαδάς αιχμαλωτίστηκε (1460). Υπέστη μαρτυρικό θάνατο με αποτρόπαια βασανιστήρια, γδάρσιμο και διαμελισμό του σώματός του. Το δέρμα του, το γέμισαν με άχυρο οι Οθωμανοί και το έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη, στον σουλτάνο Βαγιαζήτ Β’ για να βεβαιωθεί ότι ο μεγαλύτερος εχθρός των Οθωμανών είναι νεκρός…
Πρόκειται για μία γνωστή πρακτική των Οθωμανών, καθώς ο εκάστοτε Σουλτάνος λάμβανε ως αποδείξεις για τις επιτυχίες των διαφόρων πασάδων, φορτία με παστωμένα αυτιά των θυμάτων τους…

Επίλογος

Ο Κορκόδειλος Κλαδάς είναι αναμφίβολα μια ηρωική μορφή που έδρασε στα δύσκολα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η κατάσταση τότε ήταν απολύτως συγκεχυμένη. Όπως γράφει ο Θ. Κατριβάνος στο «Περιοδικό του Λεονταρίου», Τούρκοι σπαχήδες, ορθόδοξοι Χριστιανοί στο θρήσκευμα, πολεμούσαν στο πλευρό των Οθωμανών με τη σημαία του Αγίου Γεωργίου εναντίον των Ελλήνων. Το άσβεστο θρησκευτικό μίσος μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών υπήρχε παντού.
Από την άλλη, οι Βενετοί, όμως πολύ εύστοχα γράφει ο W. Miller: «… ανακάλυψαν από τότε, πως ένας δραστήριος αρχηγός ατάκτων αν και χρήσιμος σε μέρες πολέμου γίνεται επικίνδυνος σε μέρες ειρήνης».
«Ο ηρωισμός του (Κλαδά), η ευψυχία του, η συνεχής επαναστατική του δράση τον καθιστούν χωρίς αμφιβολία μιαν από τις προδρομικές μορφές του Αγώνα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και συνειδητή εθνικοαπελευθερωτική προσπάθεια» (ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ).
Ωστόσο, πολλοί νεότεροι, κυρίως, ιστορικοί τον θεωρούν πρώιμο ήρωα του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και πρότυπο πολλών αρματολών αλλά και ηρώων του 1821.
Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά τον κορυφαίο Έλληνα γλωσσολόγο κύριο Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, για τις πολύτιμες υποδείξεις του στο θέμα της ετυμολογίας του ονόματος του Κορκόδειλου Κλαδά.

 


Ο Ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος γράφει για τον Κροκόδειλο Κλαδά

 



Πηγές:
Κωνσταντίνος Σάθας, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα», «ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» - Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, 1995,
ΑΛΕΞΗΣ Γ.Κ. ΣΑΒΒΙΔΗΣ, «ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ 14Ο ΚΑΙ 15Ο ΑΙΩΝΕΣ», εκδ. ΗΡΟΔΟΤΟΣ 1991.
WILLIAM MILLER, «Η ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, 1204-1566», Α’ ΕΚΔΟΣΗ 1908, Β’ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ»,1990.

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2020

ΛΕΝΩ ΜΠΟΤΣΑΡΗ (1785 - 1804)

Η ατρόμητη Σουλιώτισσα

Στις 12 Δεκεμβρίου του 1803 στις κακοτράχαλες πλαγιές του Σουλίου ακούγονται κλάματα και οιμωγές. Άντρες και γυναίκες από το Σούλι τραβάνε τον μακρύ δρόμο του ξεριζωμού από την γλυκιά τους πατρίδα. Ο καταραμένος ο Αλή πασάς τα κατάφερε να τους διώξει με την στενή πολιορκία, καθώς δεν έμπαινε τίποτε στο Σούλι, μήτε σπυρί σιταριού. Το μακρύ ποτάμι των Σουλιωτών χωρίζεται σε τρεις φάλαγγες. Η πρώτη και πιο πολυπληθής με 2000 ψυχές και αρχηγό τον Φώτο Τζαβέλα, θα τραβήξει προς την ανυπόταχτη πολιτεία της Πάργας, στις ακτές του Ιονίου. Οι άλλες δύο φάλαγγες στάθηκαν πιο άτυχες καθώς χτυπήθηκαν αλύπητα από τους τουρκαλβανούς στρατιώτες του Αλή πασά. Σε μια από αυτές ήταν και η Λένω Μπότσαρη, κόρη του Νότη Μπότσαρη και πρώτη ξαδέρφη του Μάρκου Μπότσαρη, ήρωα της επανάστασης.

Η ομορφιά και η εξυπνάδα της Λένως ήταν ξακουστή σ’ όλη την Ήπειρο, μέχρι που κι’ ο ίδιος ο Αλής είχε τάξει μεγάλη αμοιβή σ’ όποιον την έφερνε στο χαρέμι του. Ήταν μόλις 20 ετών, μα η γενναιότητα και η τόλμη της μπορούσαν να βάλουν κάτω δεκάδες άντρες. Ο Νότης, ο πατέρας της καμάρωνε την κόρη του που ήξερε να χειρίζεται το ντουφέκι και το σπαθί καλύτερα από πολλούς άντρες. Τα γαλάζια μάτια και τα κατάξανθα μαλλιά της, έδιναν την αίσθηση νεράιδας βγαλμένης από κάποιο παραμύθι.

Η Λένω ακολούθησε κι’ αυτή την μοίρα των υπολοίπων Σουλιωτών και βαδίζοντας μέσα από κακοτράχαλους δρόμους και βουνά. Μέσα στον σκληρό χειμώνα τα παιδιά, οι τραυματίες και οι μεγαλύτερες γυναίκες δεν άντεχαν, αλλά η Λένω ήταν εκεί για να τις εμψυχώσει αν και μόλις 20 χρονών αναδείχτηκε σε αρχηγό των γυναικών.
Τράβηξαν για το μοναστήρι στο Ζάλογγο που είναι φύσει οχυρή θέση, αλλά δυστυχώς χωρίς έξοδο διαφυγής. Οχυρώθηκαν και περίμεναν. Ήξεραν πως ο Αλής, όπως πάντα, δεν επρόκειτο να τηρήσει τις υποσχέσεις και τους όρκους που τους έδωσε. Ο Μπεκίρ Τζογαδούρος, ο αρχηγός της τουρκοαλβανικής ορδής, επιτέθηκε στις 16 Δεκεμβρίου με αλαλαγμούς στο μοναστήρι. Οι Σουλιώτες ήταν 1.148 και αμύνθηκαν λυσσαλέα χτυπώντας τους τουρκαλβανούς με τα ντουφέκια τους.

Καθώς η μάχη είχε ανάψει τα κορμιά των λιάπηδων (μουσουλμάνων αλβανών) κάλυπταν την χέρσα γη σαν ένα μεγάλο χαλί. Όσο εξελισσόταν η μάχη το χιόνι σκέπαζε τα κορμιά και το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα. Μετά από ώρες τα βόλια των Σουλιωτών σώθηκαν και έμειναν με τα σπαθιά και τα γυμνά τους χέρια.

Στις 17 Δεκεμβρίου οι λιάπηδες ορμήσαν σαν τσακάλια πάνω στους Σουλιώτες για να ξεσκίσουν τις σάρκες τους, αλλά οι Σουλιώτες ως άλλοι Σπαρτιάτες και αυτοί τους χτυπούσαν με ό,τι μέσο διέθεταν. Ο θείος της Λένως, ο Κίτσος Μπότσαρης, βλέποντας το μάταιο του αγώνα, κάλεσε την Λένω κοντά του και της είπε: «απόψε σουρουπώνοντας καλά, θα βγούμε με τα σπαθιά. Θα μάσεις τις γυναίκες, θα μπεις μπροστά, θα σας βάλουμε στην μέση». Η Λένω άκουσε τα λόγια του θείου της. Έτρεξε να συντονίσει τις υπόλοιπες γυναίκες και να τις ενθαρρύνει να μην λιγοψυχήσουν αυτές τις δύσκολες ώρες, αν και ήξερε πως οι Σουλιώτισσες δεν είναι σαν τις υπόλοιπες γυναίκες, αλλά σωστά παλληκάρια δίπλα στους άνδρες και τους αδελφούς τους.

Όταν είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά, οι Σουλιώτες μαζεύτηκαν γύρω από τους αρχηγούς τους Κίτσο και Νότη Μπότσαρη για τις τελευταίες οδηγίες.
Μια βουή ακούστηκε μέσα από το μοναστήρι. Οι λιάπηδες έσφιγγαν στα χέρια τους τα ντουφέκια κι’ η καρδιά τους χτυπούσε δαιμονισμένα, μιας και ήξεραν τι είναι ικανοί να κάνουν έστω και μια δράκα Σουλιωτών.
Οι Σουλιώτες ξεχύθηκαν σαν ένα σώμα και πέσαν μ’ ορμή πάνω στους τουρκαλαβανούς. Μέσα στο πηχτό σκοτάδι δεν ξεχώριζες ποιοι είναι οι Σουλιώτες και ποιοι οι λιάπηδες. Το τουφεκίδι ανάβει. Η Λένω βρισκόταν στην μέση της φάλαγγας. Το σπαθί της παίρνει φωτιά σκοτώνοντας πολλούς λιάπηδες στο πέρασμά της. Πατούσε τα κορμιά τους και σαν μπροστάρισα που ήταν άνοιγε δρόμο για τις άλλες γυναίκες που μετέφεραν μωρά παιδιά και τραυματίες στις πλάτες τους. Οι στιγμές τραγικές και ηρωικές συνάμα.

Η Λένω προχωρούσε μπροστά μην μπορώντας να δει τι γίνεται πίσω της. Μερικά γυναικόπαιδα αποκλείσθηκαν από τους τουρκαλβανούς και μην έχοντας να κάνουν κάτι καλύτερο τραβιούνται για το Ζάλογγο. Το ξημέρωμα της επόμενης μέρας 56 γυναίκες μαζί με τα παιδιά τους και 13 άνδρες θα βρεθούν γαντζωμένοι στο φρύδι του Ζαλόγγου.

Οι Τουρκαλβανοί πλησιάζουν με άγριες διαθέσεις, θέλουν να τις ατιμάσουν. Οι Σουλιώτισσες όμως ήταν αποφασισμένες. Δεν επρόκειτο να αφήσουν κανένα χέρι ξένο να τις αγγίξει, πάνω από όλα γι’ αυτές ήταν η Τιμή. Πιάστηκαν χέρι – χέρι, χορεύοντας και τραγουδώντας, κι’ αφού έριξαν τα παιδιά τους στο κενό, ακολουθούν μετά μία – μία, φιλώντας η πρώτη την δεύτερη και η δεύτερη την τρίτη. Τα σώματά τους έπεφταν στο βάραθρο σαν φύλλα το φθινόπωρο. Τόσο ανάλαφρα και αέρινα, πέρα από κάθε τι υλικό και ανθρώπινο.

Η Λένω σώθηκε και μαζί με τους άλλους Σουλιώτες που έσπασαν τον κλοιό των λιάπηδων κατευθύνθηκαν νότια. Δεν γνώριζαν προς τα πού πήγαιναν, απλά και μόνο βάδιζαν.
Μέσα στις κακουχίες ο πόνος για τον χαμό των οικείων δεν ζυγώνει. Δεν είχαν καιρό για στεναχώριες και για κλάματα.
Φτάνοντας στο χωριό Βουλγαρέλι της Άρτας αποφάσισαν να πάνε προς τα απάτητα βουνά των Αγράφων, για να ενωθούν με άλλους αγωνιστές από την Θεσσαλία και να πολεμήσουν τους τούρκους. Μετά από πολλές ταλαιπωρίες έφτασαν στην Βρεστένιτσα και συνέχισαν προς την οχυρή θέση της μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στον Σέλτσο. Την 22α Δεκεμβρίου έφτασαν εκεί και εγκαταστάθηκαν κατάκοποι από τις πορείες μέσα στο καταχείμωνο. Κάτω από το μοναστήρι περνάει σαν ένα μεγάλο φίδι ο ποταμός Αχελώος (ή Ασπροπόταμος).

Οι Σουλιώτες μάζεψαν προμήθειες και μπαρουτόβολα από τις γύρω περιοχές για την άμυνά τους. Έβαλαν τέσσερις φρουρές στην περίμετρο του μοναστηριού και φύλαγαν κάθε μονοπάτι. Ήξεραν καλά, ότι ο Αλή πασάς δεν θα ησυχάσει αν δεν ξεπαστρέψει όλη την Σουλιώτικη φάρα.
Στο μεταξύ, ο Αλή πασάς μάζεψε στρατό περίπου 5.000 λιάπηδων υπό την αρχηγία του Μπεκήρ Τζογαδούρου και του Βασιάρη για να κυνηγήσουν τους Σουλιώτες και να μην αφήσουν ούτε έναν ζωντανό. Τους ζήτησε μόνο να του φέρουν την Λένω στο χαρέμι του να δει από κοντά την ομορφιά της.

Έρχεται η στιγμή που 8000 τουρκαλβανοί θα κυκλώσουν την Μονή Σέλτσου μαζί με τον Βελή πασά, γιο του Αλή πασά. Οι μήνες όμως, περνάνε χωρίς να μπορούν να κάνουν κάτι οι λιάπηδες για να εξοντώσουν τους Σουλιώτες.
Κάποιος Γιώργης Κίριος από τα Γιάννενα, δασκαλεμένος από τον Αλή πασά που του είχε τάξει το αρματολίκι της Λάκκας, παριστάνει τον μετανιωμένο και ζήτησε μαζί με τον αδελφό του να πολεμήσει στο πλευρό των Σουλιωτών. Ο Κίτσος Μπότσαρης με την μεγαλοψυχία που τον διέκρινε, τον συγχωρεί και τον βάζει στην φρουρά του μοναστηριού. Αυτός όμως τις νύχτες, έχοντας πάντα στον νου του την προδοσία έστελνε μηνύματα στον Μπεκήρ Τζογαδούρο και του αποκάλυψε ένα μονοπάτι που πάει ίσια στην Μονή.

Μέτα την αποκάλυψη του μονοπατιού, οι στρατηγοί καταστρώνουν το ύπουλο σχέδιό τους. Ο Τζογαδούρος θα έκανε ένα ψεύτικο αιφνιδιασμό και θα χτυπούσε τις θέσεις με τους περισσότερους Σουλιώτες όταν 3.000 τουρκαλβανοί με 1.200 εφεδρικούς αλβανούς θα χτυπούσαν τους Σουλιώτες από ένα δύσβατο μονοπάτι στο πιο αδυνατισμένο σημείο από την πλευρά του προφήτη Ηλία.
Στις 15 Απριλίου τα μεσάνυχτα, όπως πριν από κάθε καταιγίδα, έτσι και τότε, η γαλήνια ηρεμία έσπασε με τουφεκίδι και κραυγές τρόμου. Οι λιάπηδες επιτέθηκαν σαν τις ύαινες που περιμένουν να ξεσκίσουν το κουφάρι του ετοιμοθάνατου ζώου. Όμως, οι Σουλιώτες δεν τους έκαναν την χάρη και τους χτύπησαν με ό,τι είχαν. Η κολασμένη νύχτα γέμισε κλάματα, βρισιές και κατάρες πότε στα Ελληνικά πότε στα αλβανικά και πότε στα τούρκικα.

Ο πατέρας της Λένως, ο Νότης Μπότσαρης λαβώνεται στο σώμα. Δύο βόλια τον βρήκαν. Μέχρι να τρέξει να τον βοηθήσει η Λένω τον χτύπησε και τρίτο βόλι. Όταν τον βρήκε ήταν κάτω από ένα δέντρο στον περίβολο του μοναστηριού. Προσπάθησε να τον γιατρέψει όπως – όπως και με λόγια γλυκά να του απαλύνει τον πόνο. Ο Νότης όμως, το ένοιωθε πως είχε φτάσει πια το τέλος του.
Όταν τον ρώτησε η Λένω τι να κάνει, αυτός της αποκρίθηκε: «να πεθάνεις παιδί μου, ήρθε η ώρα σου», όπως απαντούσαν τα αρχαία χρόνια οι Σπαρτιάτισσες μανάδες στους γιους τους «ή ταν ή επί τας».

Εκείνη την στιγμή ένα τέταρτο και τελευταίο βόλι βρίσκει τον Νότη Μπότσαρη στο μέτωπο σωριάζοντας το άψυχο σώμα του στα πρώτα χόρτα του Απρίλη ποτίζοντάς τα με το άγιο αίμα του.
Η Λένω έτρεξε με το σπαθί στο χέρι να ξεφύγει από τους διώκτες της που κατέφθαναν με βήμα ταχύ. Οι άλλες Σουλιώτισσες ξέροντας τον δρόμο της Τιμής πήγαν στην άκρη του γκρεμού που στεφανώνει το μοναστήρι και έπεσαν από ύψος 300 μέτρων στο σκοτεινό βάραθρο. Ένα δεύτερο Ζάλογγο μόλις είχε γεννηθεί.

Η Λένω με χίλια βάσανα κατεβαίνει την απότομη πλαγιά και κατευθύνεται προς τον Αχελώο. Χωρίς δεύτερη σκέψη βούτηξε στα παγωμένα νερά του ποταμού και κολύμπησε με όλη την δύναμη που της είχε απομείνει. Οι τουρκαλβανοί σαν λυσσασμένα σκυλιά την ακολουθούν για να την κατασπαράξουν. Μετά από πολύ πάλεμα στα νερά του ορμητικού ποταμού κατάφερε να φτάσει μια λωρίδα γης που σχηματίστηκε μέσα στο ποτάμι. Κατάκοπη μα σώα βγήκε έξω. Από απέναντι την κοιτούσαν οι λιάπηδες σκεφτόμενοι την αμοιβή που τους έταξε ο πασάς αν του την φέρουν ζωντανή. Ένας λιάπης της φωνάζει «Δεν λυπάσαι πουλάκι μου τα νιάτα σου; Έλα να σε γλυτώσω». Της έδωσε το ντουφέκι του από την λαβή. Η Λένω όμως, ως Σουλιώτισσα προτιμάει χίλιες φορές τον θάνατο πάρα την αιχμαλωσία στα χέρια των πιο αδίστακτων εχθρών της. Προσποιήθηκε λοιπόν πως πάει να πιάσει το ντουφέκι, και χουφτώνει την σκανδάλη. Το βόλι φεύγει σαν μαχαίρι και βρίσκει τον λιάπη σωριάζοντάς τον κάτω. Ένας άλλος βλέποντας την τόλμη της κοπέλας όρμησε κατά πάνω της. Η Λένω τον χτύπησε με τα χέρια της και του έσφιξε τον λαιμό για να το πνίξει. Πάλεψε μ’ όλη της την δύναμη. Του έμπηξε τα νύχια της στα μάτια και στο σώμα. Τέλος τον έσπρωξε στα αφρισμένα νερά του Αχελώου και πέσαν μαζί μέσα κάνοντας πάταγο. Συνέχισε να μάχεται σαν πραγματική λέαινα.

Αυτό ήταν δεν ξαναείδε κανείς πια ζωντανή την γενναία Σουλιώτισσα, την Λένω την κόρη του Νότη Μπότσαρη μα ούτε και τον λιάπη. Από τότε εκείνο το σημείο της όχθης λέγεται «το πήδημα της Καπετάνισσας». Από όλο αυτόν τον χαμό έμειναν όρθιοι μόνο 80 από τους 1.400 Σουλιώτες και άλλους Έλληνες που είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Όλοι οι υπόλοιποι ή σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Για την αυτοθυσία της Λένως γράφτηκαν μετά πολλά δημοτικά τραγούδια, για να θυμίζουν πως μόνη μια κοπέλα 20 χρονών τα έβαλε με την τουρκιά και την «νίκησε».


Το δημοτικό τραγούδι της Λένως

Όλαις οι καπετάνισσαις από το Κακοσούλι
όλαις την Άρτα πέρασαν, ‘ς τα Γιάννινα τοις πάνε,
σκλαβώθηκαν οι αρφαναίς, σκλαβώθηκαν οι μαύραις,
κʼ η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα.
Μόν πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
σέρνει τουφέκι σισανέ κ’ εγγλέζικα κουμπούρια,
έχει και ʽς τη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.
Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι.
Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου,
σέρνω φουσέκια ‘ς την ποδιά και βόλια ‘ς τοις μπαλάσκαις
-Κόρη, για ρηξε τ’ άρματα, γλύτωσε τη ζωή σου.
-Τι λέτε, μωρ’ παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;
Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδελφή του Γιάννη,
και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια”.
Πυρήνας Καβάλας - Αίας ο Τελαμώνιος



 https://agioskosmas.gr/sindesmos.asp?isue=132&artid=4475
 

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020

Πώς δεν ελευθερώθηκε η Χίος… Ηρωισμός και ανοησία (1827)

Ο δημοσιογράφος& συγγραφέας Παντελής Καρύκας φωτίζει άγνωστες πτυχές της ιστορίας απελευθέρωσης της Χίου

 

Ένα καταπληκτικό άρθρο για το πώς ΔΕΝ ελευθερώθηκε η Χίος, από τον δημοσιογράφο και συγγραφέα  Παντελή Καρύκα ο οποίος ειδικεύεται σε  θέματα άμυνας, στρατιωτικής ιστορίας και εξωτερικής πολιτικής. Το άρθρο του δημοσιεύθηκε στο SLpress.gr.
Τον Αύγουστο του 1827 ο αέρας της Ελευθερίας έπνεε σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ύστερα από 400 έτη φρικτής σκλαβιάς από τον πλέον βάρβαρο κατακτητή της ιστορίας, ύστερα από έξι ετών αγώνες και θυσίες, πλησίαζε επιτέλους η αυγή της ελευθερίας για την ταλαίπωρη Ελλάδα.
Δυστυχώς όμως δεν επρόκειτο να γευτεί τη χαρά της λευτεριάς ολόκληρη η χώρα. Ανάμεσα στις παραμένουσες υπό τον τουρκικό ζυγό ελληνικές περιοχές ήταν και η Χίος, το νησί που με το ολοκαύτωμα του 1822, ξύπνησε την Ευρώπη από τον λήθαργό της, και έστρεψε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη υπέρ των εξεγερμένων Ελλήνων.
Οι Χίοι όμως δεν μπορούσαν να ανεχθούν μια τέτοια εξέλιξη. Για αυτό η εν Σύρω επιτροπή τους απέστειλε στο Ναύπλιο τον γιατρό Γ.Γλαράκη, ο οποίος ως πληρεξούσιος τους ανέλαβε να παρακαλέσει το εκτελεστικό να διατάξει το «Τακτικόν» (τον τακτικό στρατό), υπό τον Γάλλο συνταγματάρχη Φαβιέρο, να εκστρατεύσει στη Χίο και να την απελευθερώσει από τον τουρκικό ζυγό.

Ο χρόνος πίεζε διότι σε λίγο θα άρχιζαν στο Λονδίνο οι συνομιλίες για την επίτευξη, αρχικά, ανακωχής, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, οι οποίες θα κατέληγαν τελικά στην υπογραφή της συνθήκης ειρήνης και ανεξαρτησίας της Ελλάδας.
Σε αυτήν την περίπτωση όμως η Χίος θα παρέμενε εκτός των ορίων του Ελληνικού κράτους, γεγονός απαράδεκτο, αν αναλογιστεί κανείς τις θυσίες των Χίων. Ο Γ.Γλαράκης πράγματι έφτασε στο Ναύπλιο και συναντήθηκε με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης, τους οποίους δεν δυσκολεύτηκε να πείσει, υποσχόμενος μάλιστα την οικονομική αρωγή των Χίων για τις ανάγκες της εκστρατείας.
Ο Γάλλος συνταγματάρχης Κάρολος Φαβιέρος, βετεράνος των Ναπολεόντειων Πολέμων, ήρθε στην Ελλάδα το 1824, για να ενισχύσει την επανάσταση,. Ανέλαβε την συγκρότηση και διοίκηση του Τακτικού Σώματος, αλλά απαγοητεύτηκε πολλές φορές από την ανομία και ανοησία των κρατούντων. Έφυγε από την Ελλάδα μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια.
Έτσι στις 22 Αυγούστου 1827 ο συνταγματάρχης Φαβιέρος διατάχθηκε να εκστρατεύσει, με το υπό την οδηγία του σώμα «διά την ελευθέρωσιν της νήσου Χίου». Αμέσως μόλις έλαβε τη διαταγή, ο Φαβιέρος ανέπτυξε τη γνωστή του δραστηριότητα και κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει τρία τάγματα πεζικού γραμμής, συνολικής δύναμης 800 ανδρών, υπό τους ταγματάρχες Σκαρβέλλη, Πίσσα και Σονιέρ, τον λόχο των «πυροβοληστών», δυνάμεως 150 ανδρών, εφοδιασμένο με τέσσερα πεδινά πυροβόλα των 6 λιβρών, έξι πολιορκητικά πυροβόλα και τρία ολμοβόλα, υπό τον Γάλλο λοχαγό Ζανδέρ, και το ιππικό, υπό τον Πορτογάλο Αλμέιδα, δυνάμεως 100 ανδρών (λογχιστές και καραμπινιέροι) και 80 μόλις ίππων.
Παράλληλα, επειδή η δύναμη του τακτικού δεν επαρκούσε για την ανάληψη μιας τέτοιας αποστολής, ο Φαβιέρος διέταξε τη συγκέντρωση και 1.000 ατάκτων μαχητών, οι οποίοι θα δρούσαν επιβοηθητικά των τακτικών του τμημάτων. Συνολικά ο Φαβιέρος θα είχε στη διάθεση του για την επικείμενη εκστρατεία 2.130 μαχητές, εκ των οποίων οι 1.130 του Τακτικού.
Ο αριθμός αυτός φαντάζει υπερβολικά μικρός, με το δεδομένο μάλιστα της γειτνιάσεως της Χίου με τις ιωνικές ακτές. Οι Τούρκοι, οι οποίοι διέθεταν ισχυρές φρουρές στη Χίο θα μπορούσαν άμεσα να τις ενισχύσουν με στρατεύματα από την Μικρά Ασία. Αντίθετα τα ελληνικά τμήματα θα έπρεπε να πολεμήσουν κατά κάποιον τρόπο αποκομμένα.
Ωστόσο η ποιότητα του ελληνικού τακτικού στρατού εξασφάλιζε την επιτυχία, υπό την προϋπόθεση ότι ο στόλος θα κατόρθωνε να διακόψει τις γραμμές συγκοινωνιών των τουρκικών φρουρών της Χίου με τα μικρασιατικά παράλια.
Στις 9 Οκτωβρίου ο Φαβιέρος και το Τακτικό, πλην του ιππικού, αναχώρησαν από τα Μέθανα με προορισμό τα Ψαρά. Το μικρό, ηρωικό νησί είχε οριστεί ως χώρος συγκεντρώσεως των ελληνικών δυνάμεων, υπό την προοπτική να ξεγελαστούν οι στόλαρχοι των δυνάμεων, σχετικά με τον στόχο της εκστρατείας.
Τόσο όμως ο επικεφαλής του ενωμένου συμμαχικού στόλου, Κόδριγκτον, όσο και ο Τούρκος διοικητής της Χίου, Γιουσούφ πασά, γνώριζαν, τον σκοπό των ελληνικών προετοιμασιών. Οι τρεις ναύαρχοι απέστειλαν τότε έγγραφη διαμαρτυρία προς την ελληνική κυβέρνηση και τον Φαβιέρο, ζητώντας την ματαίωση της επιχείρησης.
Σε αντίθετη περίπτωση απειλούσαν να καταστρέψου και τον ελληνικό στόλο, όπως κατέστρεψαν τον τουρκοαιγυπτιακό στο Ναυαρίνο. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Φαβιέρος δεν μπορούσε να αναμένει τη συγκέντρωση του συνόλου των διατεθειμένων δυνάμεων στα Ψαρά. Δεν είχε χρόνο.

Επιτυχής απόβαση

Έτσι αποφάσισε να επιταχύνει την απόβαση των τμημάτων του, όσων είχε συγκεντρώσει, στη Χίο, το ταχύτερο δυνατό. Το βράδυ της 16ης Οκτωβρίου 1827, ο ελληνικός στολίσκος προσορμίσθηκε στον Μαυρολιμένα Χίου, σε απόσταση δύο ωρών πορείας από την πόλη.
Την επομένη το πρωί, ο Φαβιέρος με 1.030 άνδρες του Τακτικού και 20 ενόπλους Χίους υπό τον Καρδαμυλιώτη και αρκετούς ατάκτους μαχητές αποβιβάστηκε στο νησί. Ο Τούρκος διοικητής Γιουσούφ πασά, είχε όπως αναφέρθηκε, ήδη λάβει μέτρα για την ενίσχυση της άμυνας.

Ο ίδιος είχε υπό τις άμεσες διαταγές του 500 Τούρκους τακτικούς και 700 ατάκτους Τουρκαλβανούς πολεμιστές. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν διατεθεί για την άμυνα του φρουρίου, που δέσποζε πάνω από τη «χώρα» (την πόλη) της Χίου.
Στον Μαυρολιμένα, ο Γιουσούφ είχε διαθέσει 200 Τουρκαλβανούς, οι οποίοι είχαν οχυρωθεί σε παρακείμενο λοφίσκο, επιτηρώντας το λιμάνι. Μόλις τα ελληνικά τμήματα άρχισαν να αποβιβάζονται δέχθηκαν πυρά από τους Τουρκαλβανούς.
Αμέσως ο Φαβιέρος διέταξε 100 περίπου άνδρες του τακτικού και τους Χίους του Καρδαμυλιώτη να επιτεθούν εναντίον των «ταμπουρωμένων» εχθρών. Πράγματι οι τακτικοί σχημάτισαν φάλαγγα εφόδου και με την ξιφολόγχη επιτέθηκαν και έτρεψαν σε φυγή τους διπλάσιούς τους Αλβανούς.
Την ίδια ώρα ο Φαβιέρος εντόπισε και ένα άλλο εχθρικό σώμα, το οποίο είχε λάβει θέσεις σε άλλο λοφίσκο της περιοχής. Διέταξε τότε τους άνδρες του τακτικού να επιτεθούν και εναντίον αυτών των εχθρών, αφήνοντας την καταδίωξη των ηττημένων Αλβανών στους ατάκτους Έλληνες μαχητές.
Οι τακτικοί σύντομα διέλυσαν και το δεύτερο εχθρικό σώμα και ενώθηκαν με τους ατάκτους, που πολιορκούσαν τον πύργο του Βαρβασίου. Μόλις αποβιβάσθηκε το σύνολο των ελληνικών στρατευμάτων – περί τους 1.600 συνολικά άνδρες – ο Φαβιέρος οργάνωσε τρεις φάλαγγες εφόδου, οι οποίες θα συνέκλιναν, από διαφορετικά δρομολόγια προς την πόλη της Χίου.
Επικεφαλής της πρώτης φάλαγγας, περιλαμβάνουσας το Α Τάγμα Πεζικού (300 άνδρες) και 300 περίπου ατάκτους, τέθηκε ο ίδιος ο Φαβιέρος. Σκοπός του Φαβιέρου ήταν να τραβήξει την προσοχή του Τούρκου φρουράρχου, έτσι ώστε οι άλλες δύο φάλαγγες να καταλάβουν εύκολα την πόλη. Με προπομπό τους ατάκτους το Α’ Τάγμα κινήθηκε κατευθείαν κατά της πόλης. Σε απάντηση ο Γιουσούφ διέταξε το δικό του τακτικό τάγμα να εξέλθει του φρουρίου και να επιτεθεί στο αντίστοιχο ελληνικό.
Ο Φαβιέρος βλέποντας το ισχυρό εχθρικό τάγμα να έρχεται εναντίον του αποφάσισε αρχικά να διατάξει το Α Τάγμα να λάβει θέσεις σε παρακείμενα χαλάσματα. Ο ταγματάρχης Σκαρβέλλης όμως και οι λοχαγοί, τον έπεισαν ότι ήταν καλύτερα να παραμείνουν στις θέσεις τους, στο ανοικτό πεδίο και να δεχθούν εκεί την έφοδο των εχθρών.
Η σφαγή της Χίου το 1822 όπως την απεικόνισε ο Νταλακρουά.
Ο Φαβιέρος δέχθηκε την γνώμη τους και το ελληνικό τάγμα σχηματίστηκε σε γραμμή δύο ζυγών, έτοιμο να θερίσει με ομοβροντίες τους προελαύνοντες Τούρκους. Ο διοικητής του τουρκικού τάγματος όμως, βλέποντας τους Έλληνες να τον περιμένουν, σε τέλειο σχηματισμό, με αναπτεταμένες σημαίες, αποφάσισε πως θα ήταν φρονιμότερο να μην επιτεθεί.
Διέταξε λοιπόν τους άνδρες του να λάβουν θέση στα παρακείμενα ερείπια. Ο Φαβιέρος αντιλαμβανόμενος τον φόβο που ενέπνευσε το Α Τάγμα στον εχθρό, διέταξε τότε άμεση επίθεση εναντίον του με την ξιφολόγχη, πριν προλάβει να εγκατασταθεί αμυντικά στα ερείπια.
Το Α Τάγμα, υπό τους ρυθμικούς ήχους των τυμπάνων, μετασχηματίστηκε σε δευτερόλεπτα από σχηματισμό γραμμής δύο ζυγών, σε φάλαγγα εφόδου, ανά διλοχία, βάθους έξι ζυγών, και με την πολεμική σημαία του τάγματος επικεφαλής και με προτεταμένες τις μήκους 45 εκατοστών ξιφολόγχες, όρμησε στον εχθρό με ιαχές, αλλά απολύτως συντεταγμένο.
Οι Τούρκοι δεν άντεξαν ούτε το θέαμα της εφόδου και αφού ορισμένοι από αυτούς έβαλλαν άκαιρα πυρά, τράπηκαν σε φυγή εγκαταλείποντας τις θέσεις τους. Το Α Τάγμα τους καταδίωξε και τους προκάλεσε πολύ σοβαρές απώλειες. Τρελοί από φόβο οι Τούρκοι τακτικοί κατέφυγαν στο φρούριο της πόλης, όπου βρήκαν σωτηρία πίσω από τα τείχη και τα κανονιοστάσιά του. Ύστερα από την νέα νίκη των Ελλήνων, οι Τούρκοι εγκατέλειψαν αμαχητί την πόλη και κλείστηκαν στο φρούριο.

Ο Γιουσούφ μάλιστα είχε ειδοποιήσει ένα ακόμα σώμα του, που βρισκόταν στα ενδότερα του νησιού, να σπεύσει να ενωθεί με τη φρουρά του φρουρίου. Ο Φαβέρος όμως έμαθε για το σώμα αυτό και εγκατέστησε ενέδρες και διέλυσε και το σώμα αυτό. Ο επικεφαλής του, Σακίζ Εμινή, με 20 περίπου άνδρες του  αποκόπηκε από τους υπόλοιπους επιζήσαντες άνδρες του και κατέφυγε σε ένα οχυρό πύργο στο Βαρβάσι. Εκεί πολιορκήθηκε από τους Έλληνες και τελικά παραδόθηκε την επομένη μέρα.

Η πολιορκία του φρουρίου της Χίου


Έχοντας διαλύσει όλα τα εκτός φρουρίου εχθρικά τμήματα, ο Φαβιέρος διέταξε τους άνδρες του να προετοιμαστούν για την τακτική πολιορκία του φρουρίου. Πράγματι, τα ελληνικά τμήματα, υπό την καθοδήγηση του φιλέλληνα αντισυνταγματάρχη Αμπάτι, κατασκεύασαν πολιορκητικά χαρακώματα, περιζώνοντας το φρούριο και κανονιοστάσια, στα οποία έλαβε θέσεις το πυροβολικό.
Στις 20 Οκτωβρίου το ελληνικό πυρβολικό άρχισε την προσβολή του φρουρίου, του τελευταίου εμποδίου για την απελευθέρωση της Χίου. Ιδιαιτέρως ενοχλητικό για τους Τούρκους ήταν το ελληνικό κανονιοστάσιο της Τουρλωτής. Από τη θέση εκείνη ο υπολοχαγός πυροβολικού Κουτζογιαννόπουλος είχε καταπληκτική θέα του φρουρίου, και κατά συνέπεια την ευκαιρία να εξαπολύει θανατηφόρες ομοβροντίες εναντίον του, με τα δύο βαριά του πυροβόλα.
Ωστόσο οι πολιορκημένοι ασφυκτικά από την ξηρά Τούρκοι, είχαν την ευκαιρία να εφοδιάζονται με τρόφιμα , πυρομαχικά και άνδρες, από τη θάλασσα, εφόσον δεν υπήρχαν ελληνικά πολεμικά πλοία στην περιοχή, για να τους εμποδίσουν.
Ακόμα και με λέμβους οι Τούρκοι εφοδίαζαν τις νύκτες το φρούριο, καθιστώντας αδύνατη την εκπόρθηση του. Ο Φαβιέρος δεν μπορούσε ούτε καν να διανοηθεί να εκτελέσει έφοδο κατά του φρουρίου, εφόσον η πολιορκημένη φρουρά, ενισχυμένη διαρκώς, έφτασε να αριθμεί περισσότερους άνδρες από τους πολιορκητές της!

Τότε ο Φαβιέρος ζήτησε τη συνδρομή της επιτροπής των Χίων, ώστε να βρεθεί λύση στο αδιέξοδο. Δυστυχώς όμως, όχι μόνο δεν βρήκε υποστήριξη, αλλά κατηγορήθηκε και για κακοδιοίκηση. Η επιτροπή μάλιστα του ζήτησε να της υποβάλει έκθεση πεπραγμένων, και από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, να της ζητά την έγκρισή της για κάθε του ενέργεια! Ο Φαβιέρος οργισμένος, κατάλαβε ότι και πάλι ήταν μόνος.
Μπορούσε να στηριχθεί μόνο στο Τακτικό. Και σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, στις 29 Οκτωβρίου, ένα γαλλικό πολεμικό αγκυροβόλησε στη Χίο και ένας αξιωματικός του συναντήθηκε με τον Φαβιέρο ζητώντας του, με εντολή του ναυάρχου ντε Ρινί, να διακόψει την επιχείρηση και να αποχωρήσει αμέσως από τη Χίο.
Ο Φαβιέρος απέρριψε την πρόταση και συνέχισε τον αγώνα. Την επομένη πάντως έφτασε στη Χίο η φρεγάτα «Ελλάς», το ισχυρότερο πολεμικό του ελληνικού στόλου, το οποίο εφοδίασε τον Φαβιέρο με πυρομαχικά και με νέα πυροβόλα.
Στρατιώτες ελαφρού τακτικού τμήματος. Τα τμήματα αυτά άρχισαν να συγκροτούνται μετά την έλευση του Καποδίστρια και κυρίως επί Όθωνος.

Απόβαση στη Μικρά Ασία και επιστροφή

Ύστερα από τέσσερις μέρες όμως η «Ελλάς» απέπλευσε, αφήνοντας και πάλι ελεύθερο τον δίαυλο επικοινωνίας των πολιορκημένων με την μικρασιατική ακτή. Τότε ο Φαβιέρος επιχείρησε να καταλάβει εξ εφόδου τον λεγόμενο Θαλασσόπυργο, έναν πύργο, εξάρτημα του φρουριακού συγκροτήματος, υπό την κάλυψη του οποίου οι Τούρκοι εκφόρτωναν τα εφόδια και τους άνδρες που έφταναν από την Ιωνία.
Το εγχείρημα όμως έγινε αντιληπτό από τη φρουρά και οι 200 Έλληνες στρατιώτες που το επιχείρησαν, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, υπό τα συγκεντρωτικά πυρά των πυροβόλων του φρουρίου. Τότε ο Φαβιέρος συνέλαβε ένα ακόμα πιο παράτολμο σχέδιο. Την πυρπόληση των τουρκικών μεταγωγικών πλοιαρίων τα οποία ναυλοχούσαν στο λιμάνι του Τσεσμέ, στην μικρασιατική ακτή.
Το βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου 1827 το Α Τάγμα Πεζικού επιβιβάστηκε σε πλοιάρια και υπό την κάλυψη του πυρπολικού του Κ.Κανάρη, αποβιβάσθηκε στο Τσεσμέ. Το σχέδιο προέβλεπε ταυτόχρονη επίθεση κατά των Τούρκων από ξηράς – Α Τάγμα Πεζικού – και από θαλάσσης – πυρπολικό Κανάρη. Ο Κανάρης όμως, λόγω της νηνεμίας δεν κατόρθωσε να επιτεθεί στην συμφωνημένη ώρα. Το δε Α Τάγμα έγινε αντιληπτό από ισχυρότατες τουρκικές δυνάμεις που έσπευσαν εναντίον του.

Το τάγμα τότε σχημάτισε γραμμή δύο ζυγών, έβαλλε μια ομοβροντία κατά των Τούρκων και με τάξη επιβιβάστηκε και πάλι στα πλοιάρια και επέστρεψε στη Χίο. Η αποτυχία της επιχείρησης πάντως επέστρεψε στους Τούρκους να συνεχίζουν ανενόχλητοι να εφοδιάζουν τους πολιορκημένους στη Χίο. Κάποια στιγμή ο Γουσούφ, έχοντας συγκεντρώσει πολλούς άνδρες, αποφάσισε να πραγματοποιήσει έξοδο.
Το βράδυ της 11ης Ιανουαρίου 1828 δύο τουρκικά σώματα εξήλθαν του φρουρίου. Το ισχυρότερο, δυνάμεως 500 ανδρών, επιτέθηκε κατά του κανονιοστασίου της Τουρλωτής, το οποίο και κατέλαβε, παρά την ηρωική άμυνα των πυροβολητών φρουρών του.
Το δεύτερο τουρκικό σώμα, αναλόγου δυνάμεως, επιτέθηκε κατά τμήματος του ελληνικού πολιορκητικού χαρακώματος, του οχυρώτερου σημείου της ελληνικής γραμμής, το οποίο για αυτόν τον λόγο ο Φαβιέρος το είχε εμπιστευθεί σε Χίους εθελοντές.
Η πυρπόλυση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη το 1822. Πιν, Νικηφόρου Λύτρα.
Οι Τούρκοι κατόρθωσαν να κυριεύσουν το τμήμα αυτό του χαρακώματος και επιχείρησαν να κυριεύσουν και το υπόλοιπο. Μόνο ένα τμήμα του χαρακώματος, το οποίο φρουρείτο από τους άνδρες του οπλαρχηγού Γκέκα και αποσπάσματος τακτικών, άντεξε στην τουρκική έφοδο και αμύνθηκε σθεναρά, κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο, τον οποίον αξιοποίησε ο Φαβιέρος. Ο συνταγματάρχης διέταξε το Β Τάγμα, το οποίο τηρούσε σε εφεδρεία, να αντεπιτεθεί άμεσα κατά των Τούρκων.
Και πάλι οι 300 τακτικοί Έλληνες στρατιώτες φάνηκαν ανώτεροι του τουρκικού όχλου. Με μια εμπνευσμένη έφοδο οι άνδρες του ταγματάρχη Πίσσα ανέτρεψαν τους έως τότε νικητές Τούρκους, και τους διέλυσαν κυριολεκτικά. Παράλληλα ο Φαβιέρος τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής του Γ Τάγματος και του ιππικού, το οποίο στο μεταξύ είχε αφιχθή στο νησί, και εκτέλεσε σφοδρή αντεπίθεση, συντρίβοντας τους Τούρκους που είχαν καταλάβει την Τουρλωτή και ανακαταλαμβάνοντας το κανονιοστάσιο.
Οι επιζήσαντες Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή και κλείστηκαν και πάλι στο φρούριο, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 200 νεκρούς και 24 αιχμαλώτους (άλλες πηγές κάνουν λόγο για 300 νεκρούς και 30 αιχμαλώτους), ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο αρχηγός των Αλβανών Αλή μπέης.
Αντίθετα οι ελληνικές απώλειες στη μεγάλη αυτή μάχη ήταν πολύ μικρές, μόλις οκτώ άνδρες σκοτώθηκαν και 15 τραυματίσθηκαν, ανάμεσά τους και ο Φαβιέρος και οι Χίοι οπλαρχηγοί Αναγνώστης Καρδαμυλιώτης και Νεόφυτος Διάκος (κατ’ άλλους οι συνολικές ελληνικές απώλειες έφτασαν τους 48 νεκρούς και τραυματίες).
Η νίκη όμως αυτή, έμελλε να είναι η τελευταία. Ήδη τουρκικός στολίσκος, υπό τον Ταχήρ πασά, έσπευδε προς η Χίο για να άρει την πολιορκία του φρουρίου. Ο Ταχήρ είχε στη διάθεση του ένα δίκροτο των 60 πυροβόλων, μια φρεγάτα των 34 πυροβόλων και δύο βρίκια.
Απέναντι σε αυτά τα πλοία η ελληνική μοίρα αποτελείτο από το βρίκι του Παπανικολή, των 18 πυροβόλων, μια μικρή γολέτα και το πυρπολικό του Κανάρη. Στο μεταξύ ο Φαβιέρος αντιμετώπιζε και άλλα προβλήματα. Πρώτα από όλα σημαντικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη πυρίτιδας.
Τμήματα πεζικού σε σχηματισμό φάλαγγας εφόδου.
Οι συνεχείς εισηγήσεις του προς τη επιτροπή των Χίων, για προμήθεια των αναγκαίων δεν έφερναν αποτέλεσμα, καθώς η επιτροπή, μετά την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα, ήταν σίγουρη ότι η Χίος θα απελευθερωνόταν, ούτως ή άλλως, και άρα δεν χρειαζόταν άλλες θυσίες. Την 1 Μαρτίου όμως οι ψευδαισθήσεις τους διαλύθηκαν με τον χειρότερο τρόπο. Ο Ταχήρ εμφανίστηκε στη Χίο και ύστερα από σφοδρό κανονιοβολισμό άρχισε να αποβιβάζει στρατεύματα.
Οι κάτοικοι της Χίου, με τις φρικτές σκηνές του 1822 νωπές ακόμα στη μνήμη τους, τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή, εγκαταλείποντας τα πάντα. Μαζί τους έτρεψε να σωθεί και η επιτροπή, αφήνοντας τον στρατό να πολεμήσει μόνος, χωρίς καν πυρομαχικά. Παρόλα αυτά ο Φαβιέρος ήταν αποφασισμένος να πολεμήσει.
Έτσι μόλις κόπασε ο τουρκικός κανονιοβολισμός, χωρίς ελληνική αντίδραση, αφού τα κανονιοστάσια της Τουρλωτής και του Ψωμίου δεν είχαν πυρίτιδα, ώστε να μπορέσουν τα πυροβόλα τους να βάλλουν, ο Ταχήρ απέστειλε λέμβους, γεμάτες με στρατιώτες στο νησί. Πριν καλά καλά οι Τούρκοι προλάβουν να πατήσουν στην παραλία της Χίου, είδαν έντρομοι απέναντι τους το Β Τάγμα Πεζικού να είναι ταγμένο σε γραμμή δύο ζύγών, με τα όπλα προτεταμένα,στη θέση σκόπευσης.

Ξαφνικά μια ομοβροντία 300 μουσκέτων έσκισε τον αέρα και θέρισε τους Τούρκους. Δεκάδες έπεσαν. Οι υπόλοιποι επιχείρησαν να αποβιβαστούν. Νέα όμως ομοβροντία έστειλε ακόμα περισσότερους Τούρκους στο Άδη. Αμέσως μετά το Β Τάγμα μετασχηματίστηκε σε σχηματισμό φάλαγγας εφόδου και επιτέθηκε με την ξιφολόγχη κατά των εναπομεινάντων εν ζωή Τούρκων. Οι τελευταίοι, έσπευσαν τότε να επιβιβαστούν στις λέμβους για να γλιτώσουν.
Οι Έλληνες τους πρόλαβαν όμως και πολύ λίγοι από το πρώτο κύμα, επέζησαν, καταφεύγοντας στα πλοία τους. Παρά τη νίκη πάντως, τα άτακτα ελληνικά τμήματα είχαν ήδη παντελώς αποδιοργανωθεί και εγκατέλειπαν τις θέσεις τους. Η πολιορκία έπρεπε να αρθεί. Ο Φαβιέρος διέταξε το Γ Τάγμα να περιφέρετε σε όλο το μήκος των χαρακωμάτων και να βάλλει κάθε τόσο, κατά του φρουρίου, από διαφορετικές θέσεις κάθε φορά, ώστε να καλύψει την απαγκίστρωση των δυνάμεων του.
Οι πυροβολητές διατάχθηκαν να αχρηστεύσουν τα βαριά τους πυροβόλα και να πάρουν μόνο τα ελαφρά μαζί τους. Τελικά ο τακτικός στρατός, εγκαταλελειμμένος παντελώς από όλους, και από τα άτακτα τμήματα, οι άνδρες των οποίων είχαν μαζικά λιποτακτήσει, κινήθηκε προς το χωριό Μεστά, στο οποίο αφίχθη ύστερα από τρεις μέρες.
Εκεί ο Φαβιέρος έμαθε ότι επιτέλους ο ελληνικός στόλος είχε αφιχθή στη Χίο και είχε τρέψει σε φυγή τον τουρκικό. Θέλησε τότε να επαναλάβει την πολιορκία. Συνάντησε όμως την άρνηση όλων και κυρίως των οπλαρχηγών των ατάκτων σωμάτων, οι οποίοι του δήλωσαν ότι εάν δεν εφοδιάζονταν με τρόφιμα και πυρομαχικά και εάν δεν τους καταβάλλονταν μισθοί δύο μηνών δεν θα συνέχιζαν.
Ο Φαβιέρος προσπάθησε να πείσει την επιτροπή των Χίων να αποδεχθεί τα αιτήματα των ατάκτων, αλλά εκείνη τα απέρριψε,απαιτώντας πρώτα την επανάληψη της πολιορκίας, υποσχόμενη ότι αμέσως μετά θα χορηγούσε τα αναγκαία. Στο μεταξύ οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι την υποχώρηση των Ελλήνων, ανακατέλαβαν την πόλη και ακολούθησαν τα ελληνικά τμήματα ως Κόκκινα, όπου είχαν αποτραβηχτεί.
Ο Φαβιέρος ανέλαβε τότε γενική επίθεση με το Τακτικό συντρίβοντας για μια ακόμα φορά τους Τούρκους. Την 5η Μαρτίου όμως όλα είχαν τελειώσει. Τα ελληνικά τμήματα επιβιβάστηκαν σε πλοία που τα μετέφεραν στην Πελοπόννησο. Η Χίος θα περίμενε ως το 1912 για να αντικρίσει το φτερούγισμα της λευτεριάς.
Τα αίτια της αποτυχίας
Κάθε αποτυχία έχει, ή πρέπει να έχει και τους υπευθύνούς της. Έτσι και η αποτυχημένη εκστρατεία της Χίου, η οποία οδήγησε το νησί σε επιπλέον 80 έτη τουρκικής σκλαβιάς, είχε πολλούς υπευθύνους για το αποτέλεσμά της. Ο μόνος πάντως που δεν ευθυνόταν για την αποτυχία ήταν ο Φαβιέρος και το Τακτικό.
Ελληνικό πεζικό γραμμής επί Όθωνος. Από αριστερά, τυφεκιοφόρος, ακροβολιστής, επίλεκτος γρεναδιέρος και αξιωματικός.
Παρόλα αυτά ο ιστορικός Τρ.Ευαγγελίδης υποστηρίζει ότι ο Φαβιέρος είχε λάβει 6.000 νομίσματα από τον Καποδίστρια για να συνεχίσει τις επιχειρήσεις, τα οποία θεωρεί ότι καρπώθηκε ο ίδιος. Η κατηγορία αυτή, είναι βαριά για τον Φαβιέρο και εκτός των άλλων δεν μπορεί να αποδειχθεί. Το αυτό πρεσβεύει πάντως και ο Λουκάς Ράλλης.
Ο Ορλάνδος από την πλευρά του, αποδίδει, ορθώς, τα αίτια της αποτυχίας στην έλλειψη εφοδιασμού, αλλά και ομοψυχίας και την άποψη του συμμερίζεται και ο μεγάλος φιλέλληνας και στρατιώτης Τόμας Γκόρντον. Τις βαρύτερες όμως ευθύνες έφεραν σαφώς η κυβέρνηση, αλλά και η επιτροπή των Χίων, οι οποίες από κάποια στιγμή και έπειτα, λόγω υπερβολικής σιγουριάς περισσότερο, εγκατέλειψαν τον Φαβιέρο και τους άνδρες του στην τύχης τους.
Ευθύνες επίσης φέρουν και οι διάφοροι οπλαρχηγοί των ατάκτων στρατευμάτων, οι οποίοι στάθηκαν ανίκανοι να πειθαρχήσουν τους άνδρες τους και να τους εμφυσήσουν, πατριωτικό παλμό. Διαφορετικά πως μπορεί να εξηγηθεί η επαίσχυντη ομαδική λιποταξία των ανδρών τους και η απαίτησή τους για καταβολή μισθών;
Ακόμα ευθύνες έχει και το ναυτικό, το οποίο δεν φρόντισε να διαθέσει αρκετά πλοία για την τήρηση του ναυτικού αποκλεισμού του νησιού, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να ενισχύονται ανενόχλητοι. Αυτό πάντως που μετρά είναι το αποτέλεσμα και το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό για την Ελλάδα.
 Το μόνο θετικό πάντως εξαγώγιμο από την επιχείρηση συμπέρασμα αφορούσε την εξαίρετη πολεμική διαγωγή του Τακτικού Στρατού. Με αφορμή τις επιχειρήσεις αυτές, ο Ιων.Καποδίστριας επίσπευσε τις διαδικασίες ανασυγκρότησης του Τακτικού Στρατού.


 https://www.politischios.gr/istories/pos-den-eleutherotheke-e-khios-eroismos-kai-anoesia-1827

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019

Εν ψυχρώ εκτέλεση του στρατιώτη Ζήση Καραγώγου 19 Δεκεμβρίου 1986

Τον Δεκέμβριο του 1986 στα ελληνοτουρκικά σύνορα, στον ποταμό Έβρο, κοντά στις Φέρες, συνέβη ένα σοβαρό μεθοριακό επεισόδιο ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους, το οποίο κάποια στιγμή έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις με εμπλοκή δεκάδων αξιωματικών και στρατιωτών και από τις δύο πλευρές.

Το χρονικό του επεισοδίου

Το συμβάν έγινε κοντά στο χωριό Πέπλος του νομού Έβρου στις 19 Δεκεμβρίου 1986. Στην περιοχή τα σύνορα των δύο χωρών προσδιορίζονται από την παλαιά κοίτη του ποταμού Έβρου. Λόγω γεωλογικών μεταβολών, τα νερά του ποταμού έχουν μετακινηθεί εκεί ανατολικότερα, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί ένα μικρό τουρκικό προγεφύρωμα στη δυτική όχθη του ποταμού.


Γύρω στις 10.30-11.00 το πρωί της 19ης Δεκεμβρίου 1986, μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας, στην αποξηραμένη κοίτη του ποταμού, μια τριμελής ελληνική περίπολος, αποτελούμενη από τους στρατιώτες Ζήση Καραγώγο, Γιώργο Βασιλό και Δημήτρη Καραγιάννη, συναντήθηκε με μια διμελή τουρκική περίπολο. Να σημειώσουμε ότι κοντά στην περιοχή, οι Τούρκοι έχουν και στρατιωτικό παρατηρητήριο.

Ο Ζήσης Καραγώγος, από τον Ασκό Θεσσαλονίκης, είχε περάσει μερικά χρόνια της ζωής του στη Γερμανία και ήξερε λίγα τουρκικά, προφανώς από τις συναναστροφές του με Τούρκους μετανάστες, γνώριζε τον έναν από τους δύο Τούρκους φαντάρους και κατευθύνθηκε προς το μέρος του, αφήνοντας όπως φαίνεται σε μια άκρη το όπλο και το κράνος του.

Ξαφνικά δέχτηκε τελείως αναίτια και ανεξήγητα τα πυρά από τον άλλο Τούρκο και έπεσε, βαριά τραυματισμένος στην κοίτη του ποταμού. Ο Βασιλός και ο Καραγιάννης, έτρεξαν να καλυφθούν και άρχισαν να ανταποδίδουν τους πυροβολισμούς, αν και το όπλο του Βασιλού έπαθε προσωρινά εμπλοκή.
Για μισή ώρα περίπου, υπήρξε ανταλλαγή πυρών, ενώ ο Καραγώγος παρέμενε τραυματισμένος στην κοίτη του Έβρου.

Για καλή τύχη των Ελλήνων, πέρασε εκείνη την ώρα από την περιοχή ο αγροφύλακας Σωτήρης Ζαπάρτας  από τον Πόρο Φερών Έβρου. Οι δύο στρατιώτες μας, του είπαν να τρέξει γρήγορα στο γειτονικό ελληνικό φυλάκιο και να ζητήσει ενισχύσεις, κάτι που έγινε.

Σύντομα, άνδρες από το φυλάκιο και το 534 Τάγμα Προκαλύψεως των Φερών έσπευσαν στην περιοχή του επεισοδίου. Παράλληλα, έφθασε εκεί και μια μικρή ομάδα Τούρκων στρατιωτών. Ακολούθησε νέα ανταλλαγή πυροβολισμών και οι Τούρκοι αποχώρησαν καθώς οι ελληνικές δυνάμεις ήταν υπέρτερες.

Οι Έλληνες κατόρθωσαν να πάρουν από την κοίτη του Έβρου τον βαριά τραυματισμένο Ζήση Καραγώγο. Μεταφέρθηκε στην Αλεξανδρούπολη όπου και άφησε την τελευταία του πνοή. Είχε δεχθεί στο κορμί του 5 σφαίρες. Στο σημείο της συμπλοκής παρέμεινε μια μικρή ελληνική δύναμη και το επεισόδιο γύρω στη μία, θεωρήθηκε λήξαν.

Η κλιμάκωση της έντασης

Ξαφνικά, γύρω στις 15.00, μια τουρκική διμοιρία από περίπου 50 άνδρες, πέρασε τον Έβρο και κινήθηκε σε σχηματισμό μάχης, μέσα σε τουρκικό έδαφος, προς το σημείο της σύγκρουσης.

Για επιτήρηση του σημείου, είχαν παραμείνει από ελληνικής πλευράς ένας Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός και τέσσερις στρατιώτες.Άλλοι περίπου 20 άνδρες, βρίσκονταν 200 μέτρα πιο πίσω, σε ένα ανάχωμα, απ’ όπου περνά και ο παραποτάμιος δρόμος.Πλησιάζοντας τους πέντε Έλληνες (τον Δόκιμο και τους τέσσερις στρατιώτες), οι τουρκικές δυνάμεις άρχισαν να βάλλουν κατά ριπάς εναντίον τους. Οι Έλληνες, καλυμμένοι, ανταπέδωσαν τα καταιγιστικά πυρά.

Οι 20 συνάδελφοι τους, παρέμειναν αδρανείς φοβούμενοι μην χτυπήσουν τους «προωθημένους» συναδέλφους τους.Για περίπου 10 λεπτά, υπήρξε σφοδρή ανταλλαγή πυροβολισμών. Οι πέντε «προωθημένοι» Έλληνες, καλυμμένοι, ανταπέδωσαν τα καταιγιστικά πυρά και στη συνέχεια οπισθοχώρησαν προς το ανάχωμα για να ενωθούν με τους άλλους 20 στρατιώτες μας, καθώς είχαν τελειώσει τα πυρομαχικά τους.. Λέγεται, ότι στη συμπλοκή πήρε μέρος και ο αγροφύλακας Ζαπάρτας, ο οποίος σκότωσε τρεις Τούρκους.

Ο αγροφύλακας Σωτήρης Ζαπάρτας
Ταυτόχρονα όμως, άρχισαν να υποχωρούν και οι Τούρκοι έχοντας βαρύτατες απώλειες. Ένας ανθυπολοχαγός και τέσσερις Τούρκοι στρατιώτες σκοτώθηκαν, ενώ περισσότεροι από 10 τραυματίστηκαν από τα εύστοχα πυρά του Δόκιμου και των τεσσάρων Ελλήνων στρατιωτών(και πιθανότατα του αγροφύλακα).

Οι Τούρκοι παραδέχονται επίσημα, ότι σκοτώθηκαν δύο άνδρες τους: ο Hakan Turkyilmaz και ο Mehmet Kalyon.

Ωστόσο τόσο οι Έλληνες στρατιώτες που πήραν μέρος την συμπλοκή, όσο και ανεπίσημες πληροφορίες από την Τουρκία, κάνουν λόγο ίσως και για περισσότερους από πέντε νεκρούς, τουλάχιστον οχτώ και δέκα τραυματίες. Επρόκειτο για ένα πραγματικό βατερλό των Τούρκων…

Προς στιγμήν φαίνεται ότι υπήρξε κίνδυνος γενικευμένης σύγκρουσης στην περιοχή, καθώς ελληνικά άρματα μάχης M48 A3-A5 ξεκίνησαν από την Καβησό για το σημείο της συμπλοκής. Μετά από συνεννοήσεις των διοικητών των ελληνικών και τουρκικών δυνάμεων  της περιοχής η κατάσταση εκτονώθηκε.

Η πλήρης αποκλιμάκωση, επήλθε μετά από συνεννοήσεις των αρμοδίων Υπουργών Ελλάδας και Τουρκίας, η δε σφοδρή χιονόπτωση των επομένων ημερών αποτέλεσε ένα πρόσθετο εμπόδιο για οποιαδήποτε νέο επεισόδιο.

Ένας τελικός απολογισμός

Μιλήσαμε με ανθρώπους που υπηρέτησαν στον Έβρο στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τη δεκαετία του ’80 και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Υπήρχε πάντα μια σχετική οικειότητα ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους που περιπολούσαν στον ποταμό.
Ανταλλαγές προϊόντων (τσιγάρα, κολόνιες κλπ.) και ίσως και παράνομο εμπόριο κάποιες φορές.

Ο άτυχος Καραγώγος, ο οποίος μάλιστα θα έπαιρνε άδεια για τα Χριστούγεννα τις επόμενες ημέρες, έπεσε θύμα της τουρκικής δολιότητας αλλά και της ευπιστίας του. Κάποιοι πιστεύουν ότι το όλο επεισόδιο ήταν προσχεδιασμένο από τουρκικής πλευράς, με σκοπό μια γενικευμένη σύρραξη. Λίγους μήνες αργότερα άλλωστε, τον Μάρτιο τον 1987, οι δύο χώρες έφτασαν στα πρόθυρα του πολέμου.

Οι χειρισμοί της κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου, αποδείχθηκαν εκ του αποτελέσματος εξαιρετικοί και οι Τούρκοι υποχώρησαν και μάλιστα ατάκτως…
Χαρακτηριστικό είναι το πρωτοσέλιδο του «Έθνους» την εποχή εκείνη «Με τεμενά στο Μαξίμου ο Ακιμάν (πρέσβης τότε της Τουρκίας στην Αθήνα)».

Όσο για την αποστολή του, τότε υπουργού Εξωτερικών, Κάρολου Παπούλια στη Σόφια και η συνάντησή του με τον Τοντόρ Ζίβκοφ, στο αποκορύφωμα της κρίσης, μάλλον έπαιξε σημαντικό ρόλο στην όλη εξέλιξη.

Ο Δημήτρης Καραγιάννης, ένας από τους τρεις άνδρες της περιπόλου, τραυματίστηκε από σφαίρα στο αριστερό του χέρι ενώ ο Γιώργος Βασιλός, «βγήκε» αλώβητος από τη σύγκρουση, ωστόσο από ένα τροχαίο ατύχημα μερικά χρόνια αργότερα, καθηλώθηκε σε αναπηρικό καροτσάκι.

Στη μνήμη του αδικοχαμένου Ζήση Καραγώγου ο Ελληνικός Στρατός, ο οποίος ποτέ δεν δημοσιοποίησε το γεγονός, έδωσε το όνομά του σε φυλάκιο στην περιοχή του Πέπλου, ενώ χτίστηκε και μνημείο με εικονοστάσιο που θα θυμίζουν για πάντα τη θυσία του, μόλις στα 19 του, για την Ελλάδα...


www.protothema.gr

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης



«Νe geldi, ne gelecek», έλεγαν οι Τούρκοι για τον κλέφτη του Μοριά, Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, που σε ελεύθερη μετάφραση θα πει ότι δεν υπήρχε ούτε θα υπάρξει άλλος τέτοιος άνδρας. Υπήρξε δάσκαλος του Νικηταρά και εκείνος που ενέπνευσε τον Κολοκοτρώνη. Με τον πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου πολέμησαν και μάτωσαν μαζί κατά των Τούρκων επί 40 μερόνυχτα. Για να εκδικηθεί τον θάνατο του αδερφού του Παντελή, κατατάχθηκε στο σώμα των Αρματολών, σε ηλικία 17 ετών. Ξεκίνησε δίπλα στον καπετάν Μάντζαρη, αλλά η ηγετική του φυσιογνωμία τον ώθησε ένα χρόνο αργότερα να επανδρώσει δική του ομάδα. Ξεκίνησε με 60 άνδρες και δική του σημαία. Σύντομα η φήμη του είχε φτάσει στα αυτιά των Τούρκων, οι οποίοι ήδη μετρούσαν τις πληγές τους από το σπαθί του Ζαχαριά.

Η φήμη του πολεμιστή από την Μπάρμπιτσα Λακωνίας εδραιώθηκε για τα καλά ύστερα από τη μάχη του Σάλεσι το 1781. Ο φίλος του Κοντάκης, τον περιγράφει μέσα σε επιστολές του ως άνδρα με ασύγκριτες σωματικές δυνάμεις, μεσαίου αναστήματος, με καστανά σγουρά μαλλιά και σκούρα μάτια, που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ανώτερη παρουσία από τη δική του, ενώ προτιμούσε να πεθάνει από το να σκύψει το κεφάλι. Γύρω από το όνομα και τα κατορθώματα του, δημιουργήθηκε θρύλος. Έλεγαν ότι με το σπαθί του έκοβε, με μια μόνο κίνηση, κεφάλι ταύρου. Ότι με ένα σάλτο, περνούσε πάνω από 5 άλογα. Σε ηλικία 24 ετών, οι Τούρκοι τον αναγνώρισαν ως «μπασμπόγου και ζαμπίτη», ένα είδος αστυνομικού επόπτη της Πελοποννήσου.

Μέχρι το 1787 είχε δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στην οθωμανική διοίκηση. Είχε καταφέρει να τρομοκρατήσει διάσημους Τούρκους πολεμιστές, οι οποίοι προτιμούσαν να μην βρεθούν αντιμέτωποι με το σπαθί του. Είχε τη φήμη του αιμοσταγή και ανελέητου. Ο Ζαχαριάς κάλεσε όλους τους ηγέτες της Πελοποννήσου να σχηματίσουν μια κλεπτο-αρματολική ομοσπονδία της Πελοποννήσου. Αυτή η ενότητα του προσέφερε ακόμα μεγαλύτερη δύναμη. Πλέον τον θεωρούσαν αρχηγό της Πελοποννήσου. Έχτισε δυο οχυρά στην Μπάρμπιτσα και εκεί μπορούσε ακόμα και να αποφανθεί, ως ανώτατος δικαστής για υποθέσεις των χριστιανών, παραγκωνίζοντας τον Τούρκο που έκανε αυτή τη δουλειά λίγο καιρό πριν. Με τον σχηματισμό της ομοσπονδίας, ο στόχος του Ζαχαριά ήταν να αναγκάσει τους Τούρκους να ανταποκριθούν στα αιτήματά του, ενώ ταυτόχρονα πάλευε για αυτονομία στην Πελοπόννησο μέχρι να μπορέσει να αρχίσει επανάσταση για την ανεξαρτησία.

Δολοφονήθηκε ύστερα από «μπαμπεσιά», στις 20 Ιουλίου 1805, στον πύργο του κουμπάρου του Κουκέα, ο οποίος μετέφερε το κεφάλι του στην Τριπολιτσά. Το τέλος του Μπαρμπιτσιώτη γράφτηκε στο χωριό Τσέρια του Δήμου Δυτικής Μάνης σε αυτόν τον πύργο του κουμπάρου του, που τον πρόδωσε. Θεωρήθηκε ως πρόδρομος της Επανάστασης του 1821, στην οποία ηγήθηκε ο μαθητής του Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τα κατορθώματα του πέρασαν και στο δημοτικό τραγούδι.

Πηγή : Μηχανή του χρόνου