Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Πάνος Κολοκοτρώνης 1798 – 1824



Αγωνιστής του '21, που δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια του Β' Εμφυλίου Πολέμου (Ιούλιος 1824 - Ιανουάριος 1825).
Ο Πάνος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε το 1798 (κατ' άλλους το 1800) στο Λεοντάρι Αρκαδίας. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του ηγέτη της Ελληνικής Επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Αικατερίνης Καρούσου, κόρης προεστού του Λεονταρίου. Έζησε για πολλά χρόνια στη Ζάκυνθο και ήταν από τους πιο μορφωμένους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης. Όπως αναφέρει ο Φωτάκος στο έργο του Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών, ο Πάνος Κολοκοτρώνης «εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικὴν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικὴν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γεωργίου Σέκερη, διότι τότε η Πελοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους».
Με την έκρηξη της Επανάστασης αποβιβάστηκε με τον αδελφό του Ιωάννη (γνωστότερο ως Γενναίο) στην Πελοπόννησο και συμμετείχε αρχικά στην εξέγερση των Ηλείων κατά των Λαλαίων Τουρκαλβανών (Απρίλιος 1821). Στη συνέχεια έλαβε μέρος στη Μάχη του Βαλτετσίου (12 - 13 Μαΐου 1821), στην πολιορκία και την κατάληψη της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) και στην απόκρουση της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια (26 - 28 Ιουλίου 1822).
Το 1822 ονομάστηκε χιλίαρχος και ανέλαβε πρώτος πολιτάρχης (δήμαρχος) της Τριπολιτσάς. Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς παντρεύτηκε στο Ναύπλιο τη μικρότερη κόρη της Μπουμπουλίνας, Ελένη Μπούμπουλη. Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Το 1823 προβιβάστηκε σε στρατηγό και ανέλαβε φρούραρχος του Ναυπλίου (10 Ιουνίου) με απόφαση της Β' Εθνοσυνελεύσεως, που συνήλθε στο Άστρος Κυνουρίας.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης εμφύλιας διαμάχης (Φθινόπωρο 1823 - Ιούλιος 1824) μεταξύ πολιτικών («Κυβερνητικοί») και στρατιωτικών («Αντικυβερνητικοί»), ο Πάνος Κολοκοτρώνης τάχθηκε με τους «Αντικυβερνητικούς», των οποίων ηγείτο ο πατέρας του Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Αρνήθηκε να παραδώσει την πόλη του Ναυπλίου και μετά τη χορήγηση αμνηστίας (Ιούλιος 1824) κινήθηκε προς την Πάτρα για να ενισχύσει την πολιορκία της πόλης, αλλά ανακλήθηκε στην Αρκαδία για να αντιμετωπίσει την επιδρομή των «Κυβερνητικών», κατά τη διάρκεια του Β' Εμφυλίου Πολέμου. Το κυβερνητικό στρατόπεδο συγκροτήθηκε αυτή τη φορά από τη συμμαχία νησιωτών και ρουμελιωτών, με ηγέτη τον Υδραίο μεγαλοκαραβοκύρη Γεώργιο Κουντουριώτη. Αντίπαλοί τους οι «Αντικυβερνητικοί» Πελοποννήσιοι, πρόκριτοι και στρατιωτικοί υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Στις 13 Νοεμβρίου 1824 (κατ’ άλλους στις 21 Νοεμβρίου 1824) ο Πάνος Κολοκοτρώνης και οι άνδρες βάδιζαν μεταξύ των χωριών Θάνα και Μπεσίρι (σημερινό Παλλάντιο) Αρκαδίας, έχοντας κατεύθυνση προς το γειτονικό χωριό Σύλιμνα, όπου είχε στρατοπεδεύσει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Στόχος των «Αντικυβερνητικών» η Τρίπολη, την οποία κατείχαν οι «Κυβερνητικοί». Κατά τη διάρκεια της πορείας, ο Πάνος Κολοκοτρώνης πληροφορήθηκε ότι σε συμπλοκή νωρίτερα μεταξύ «Κυβερνητικών» υπό τον οπλαρχηγό Βάσο Μαυροβουνιώτη (αγωνιστής του '21 με καταγωγή από το Μαυροβούνιο, Βάσο Μπράγιοβιτς το πραγματικό όνομά του) και «Αντικυβερνητικών», είχε συλληφθεί ο Στάικος Σταϊκόπουλος, επιφανής «αντικυβερνητικός».
Στην προσπάθειά του να τον απελευθερώσει δέχθηκε επίθεση από το σώμα του Μαυροβουνιώτη και οι άνδρες του διαλύθηκαν. Δίπλα στον Πάνο Κολοκοτρώνη έμειναν ο υπασπιστής του Γιάννης Βατικιώτης, ο γραμματικός του Θεόδωρος Ρηγόπουλος και ο φροντιστής του Ανούτσος Σαμαρόνης. Ξαφνικά κι ενώ εβάδιζαν προς το Μπεσίρι, γύρω στις 4 το απόγευμα δέχθηκαν επίθεση από μια ομάδα 25 Βουλγάρων, που ανήκαν στις κυβερνητικές δυνάμεις της Τρίπολης και είχαν ως επικεφαλής τον ομοεθνή τους Κότζιο. Μία σφαίρα διαπέρασε το κρανίο του Πάνου Κολοκοτρώνη και τον άφησε άπνου.
Όπως αναφέρουν στα απομνημονεύματά τους ο Κανέλλος Δεληγιάννης και ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος, που ήταν αυτόπτης μάρτυς, οι Βούλγαροι λαφυραγώγησαν τη σορό του Κολοκοτρώνη και την εγκατέλειψαν. Του αφαίρεσαν ακόμη και τα εσώρουχά του και άφησαν το νεκρό σώμα του γυμνό. Στη συνέχεια έσπευσαν στην Τρίπολη να αναγγείλουν το κατόρθωμά τους στους «Κυβερνητικούς». Ο Πάνος Κολοκοτρώνης ενταφιάστηκε την επομένη στο γειτονικό χωριό Σύλιμνα, όπου βρισκόταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Σχετικά

·         Το κρανίο του Πάνου Κολοκοτρώνη, άγνωστο πώς, σώθηκε και φυλάσσεται στο Μουσείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας (Μέγαρο Παλαιάς Βουλής), διάτρητο από σφαίρες.
·         Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Τρίπολη, η Ελένη Κολοκοτρώνη συνήψε ερωτική σχέση με τον στρατηγό και μετέπειτα πολιτικό Θεοδωράκη Γρίβα (1797-1862) κι ενώ ο σύζυγός της ήταν απασχολημένος με την εμφύλια διαμάχη. Τον παντρεύτηκε λίγους μήνες μετά τη δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη, το Μάιο του 1825.
·         Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απέκτησε το 1836 ένα εξώγαμο τέκνο από τη σχέση του με την Μαργαρίτα Βελισσάρη. Ονομάστηκε Πάνος, σε ανάμνηση του δολοφονηθέντος πρεσβύτερου αδελφού του. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης (1836-1893) σταδιοδρόμησε στο Στρατό ως αξιωματικός του Πυροβολικού και διετέλεσε διοικητής της Σχολής Ευελπίδων (1881-1885).
https://www.sansimera.gr/biographies/563

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Οι «λησμονημένοι» Κύπριοι του 1821 και η επική συμβολή τους στην Επανάσταση



Αρκετοί ήταν οι Κύπριοι που «έπεσαν» μαχόμενοι εναντίον των Τουρκο-αιγυπτιακών ορδών κατά την ελληνική επανάσταση του 1821, ενδεικτικά αξίζει να αναφέρουμε ότι μόνο στη μάχη της Αθήνας το 1827 καταμετρήθηκαν 130 νεκροί Κύπριοι, ενώ κατά ο πρώτος νεκρός της κατάληψης της Τριπολιτσάς το 1821 ήταν επίσης Κύπριος. Αντίθετα ίσως με ότι πολύ πιστεύουν οι Κύπριοι κατά τη διάρκεια της επανάστασης δεν έμειναν αμέτοχοι και μακρινοί παρατηρητές αλλά πολέμησαν στον πλευρό των υπολοίπων Ελλήνων για αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού, όπως άλλωστε συνέχισαν να πράττουν στους Βαλκανικούς Πολέμους και σε σειρά άλλων κρίσιμων αναμετρήσεων του Έθνους στα πεδία των μαχών του 20ου αιώνα
Μιλώντας στην ΕΡΤ η πρόεδρος του Συλλόγου Κυπρίων Ξάνθης κα Ελένη Χατζηγεωργίου εξήρε την συμβολή των Κυπρίων στην Επανάσταση, αναφέροντας σχετικώς ότι ο αριθμός των Κυπρίων μπορεί ήταν ακόμη μεγαλύτερος, καθώς κατά την υπό εξέταση περίοδο η Κύπρος τελούσε ακόμη υπό οθωμανική κατοχή, οπότε με την επιστροφή τους αργότερα στο νησί θα ήταν "αυτοκτονία" να δηλώσουν ανοιχτά την συμμετοχή τους σε αυτήν.

Στο πλευρό των Ελλήνων συμπαρατάχθηκαν και αρκετοί Κύπριοι της Διασποράς, καθώς δεκάδες ήταν αυτοί, που διέθεσαν ακόμα και τις τελευταίες τους οικονομίες στον αγώνα της εθνικής Παλιγγενεσίας του 1821.

Εξάλλου, και η Εκκλησία της Κύπρου συνεισέφερε οικονομικά σε σημαντικό βαθμό, ενώ ευρύτερα γνωστή είχε γίνει η επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις 8 Οκτωβρίου 1820, προς τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό που μετέφερε το μέλος της "Φιλικής Εταιρείας", Αντώνιος Πελοπίδας για την γενναία συνεισφορά» που υποσχέθηκε, «διά τό Σχολείον τής Πελοποννήσου» όπως γράφει συνωμοτικά, μην τυχόν η επιστολή καταλήξει στα "χέρια" των Οθωμανικών Αρχών.

ΚΥΠΡΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΝΕΚΡΟΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑ

Σύμφωνα με την κα Χατζηγεωργίου, ο πρώτος νεκρός στην κατάληψη της Τριπολιτσάς ήταν ο Κυπράιος. Έχουμε ακόμη νεκρούς στο Μεσολόγγι , παντού σε όλα τα πεδία των μαχών, μάλιστα στην μάχη της Αθήνας το 1827, είχαν πέσει νεκροί 130 Κύπριοι.
Είναι άλλωστε γνωστή και η Φάλαγγα των Κυπρίων με αρχηγό τον στρατηγό Χατζηπέτρο της οποίας το λάβαρο η πολεμική σημαία, ήταν λευκή μ’ ένα γαλανό σταυρό στη μέση και βρίσκεται στο Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο στην Αθήνα. Στο πάνω μέρος υπάρχει γραμμένη η ένδειξη: ΣΗΜΕΑ ΕΛΗΝΗΚΙ ΠΑΤΡΗΣ ΚΥΠΡΟΥ.

Μάλιστα η σημαία ήταν στερεωμένη σε ξύλινο ιστό που έφερε στο πάνω μέρος του σταυρό σιδερένιο που κατέληγε σε λόγχη, έτσι που ο σημαιοφόρος μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει και ως όπλο. Η φάλαγγα των Κυπρίων πολέμησε ηρωικά σε όλες τις μάχες που έλαβε μέρος και είναι χαρακτηριστική η ρήση του στρατηγού Χατζηπέτρου: «Αυτά (εννοεί τα παράσημα που φορεί) μου τα’ δωκεν ο ηρωισμός και η παλικαριά των Κυπρίων Φαλαγγιτών».

Η συμμετοχή της Κύπρου στην Επανάσταση του 1821 φαίνεται ακόμη και σε κάποιους άλλους στίχους του μεγάλου ποιήματος 9η Ιουλίου του Βασίλη Μιχαηλίδη όπου λέει: «Αντάν αρτζιέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζι εφυσούσαν τζι αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυνεφκιάζη τζιαι που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν, ώστι να κάμουν τον τζιαιρόν ν’ αρτζιεύκη να στοιβάζη, είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι η Τζιύπρου το κρυφόν της μεσ’ στους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της. Τζι αντάν εφάνην η στραπή εις του Μοριά τα μέρη τζι εξάπλωσεν τζι ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της, τζι ούλλα ξηλαμπρατζιήσασιν τζιαι θάλασσα τζιαι ξέρη είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι η Τζιύπρου τα κακά της».

Η προσφορά των Κυπρίων εθελοντών, αλλά και ο άσβεστος πόθος τους για λευτεριά της ιδιαίτερης τους πατρίδας αποτυπώνεται σε 3 γραμμές της επιστολής τους προς την Διοίκηση της Ελλάδας: «Σεβαστή Διοίκησις! Ημείς εχάσαμεν μαζί με την πατρίδα και τας οικίας μας. Είδομεν τους συγγενείς μας εσφαγιασμένους και ενταύθα από αρχής του ιερού αγώνος αγωνιζόμενοι, τρέφομεν αυτάς τας ελπίδας του ν’ ανακτήσωμεν την πατρίδα ελευθέραν».

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Aνακήρυξη Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου 17 Φεβρουαρίου 1914




«Εκείνο πάντως το οποίο οφείλουν όλαι αι Ελληνικαί Κυβερνήσεις να γνωρίζουν, είναι ότι το θέμα (της Βορείου Ηπείρου) υφίσταται. Και εκείνον το οποίον απαγορεύεται εις τον αιώνα, είναι δι΄ οιονδήποτε λόγον η απάρνησις του ιερού αιτήματος….. Καθ΄ όσον αφορά την Βόρειο Ήπειρο... η διεκδίκησις είναι ιερά και απαράγραπτος»
[Γεώργιος Παπανδρέου (Ο "Γέρος της Δημοκρατίας"). Από ομιλία του στη Βουλή των Ελλήνων στις 12/6/1960]
Η 17η Φεβρουαρίου 1914, ημέρα Ανακηρύξεως της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου, αποτελεί κορυφαίο ορόσημο στην πολυκύμαντη ιστορική πορεία του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.
Η μαχητικότητα των Βορειοηπειρωτών και η αταλάντευτη προσήλωση στην ελληνική τους συνείδηση αλλά και ο πόθος τους για ελευθερία είχαν ως αποτέλεσμα την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (17 Μαΐου 1914), κειμένου νομικά ισχυρού μέχρι σήμερα, με το οποίο παρείχετο πλήρης Αυτονομία στην Βόρειο Ήπειρο.
ΙΣΤΟΡΙΑ:

Τον Μάιο του 1913 υπογράφηκε η συνθήκη του Λονδίνου, με την οποία τερματίστηκε ο A΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Με τα άρθρα 2 και 3 της συνθήκης αυτής η Τουρκία παραχωρούσε στους ηγεμόνες της Βαλκανικής Χερσονήσου σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εκτός από την Αλβανία, την φροντίδα της οποίας ανελάμβαναν συλλογικά οι έξι Μεγάλες Δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, Γερμανία, Aυστροουαγγαρία και Ιταλία). Με το άρθρο 5 της ίδιας συνθήκης την ευθύνη για τον καθορισμό των νησιών του ανατολικού Αιγαίου είχαν οι έξι Δυνάμεις. Το τραγικό δίλημμα είχε πια τεθεί.
Λίγο αργότερα, τον Ιούλιο, οι Μεγάλες Δυνάμεις έθεταν «υπό την εγγύησή τους» την Αλβανία, η οποία γινόταν ηγεμονία κληρονομική, κυρίαρχη και ουδέτερη, ενώ το Δεκέμβριο του 1913, με το επαίσχυντο «Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας» η Βόρειος Ήπειρος επιδικαζόταν στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος.
Ποια γεγονότα μεσολάβησαν και τα πράγματα από τον Μάρτιο πήραν τέτοια δραματική στροφή; H εξέλιξη αυτή πρέπει να αναζητηθεί στη διαμόρφωση των βορείων και ανατολικών συνόρων του υπό εκκόλαψη κράτους. Είναι φανερό ότι η Βόρειος 'Ήπειρος θυσιάστηκε για να αποζημιωθεί η γειτονική χώρα και να γίνει βιώσιμο κράτος.
Οι Βορειοηπειρώτες αντέδρασαν στην αφύσικη αυτή τροπή. Ήδη, μετά τη δυσμενή διαμόρφωση της κατάστασης, σχηματίστηκαν σε πόλεις και χωριά «Επιτροπές Εθνικής Αμύνης» και συγκρότησαν «Ιερούς Λόχους» και «Επιμελητείες».
Στις 31 Ιανουαρίου 1914 επιδόθηκε στην ελληνική κυβέρνηση διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων, με την οποία διατυπωνόταν η αξίωση, μέσα σε τακτή προθεσμία, να αποχωρήσει ο στρατός μας από τη Βόρειο Ήπειρο. Σε αντίθετη περίπτωση τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου δεν θα δινόταν στην Ελλάδα.
H Αθήνα συμμορφώθηκε και με διακοίνωση της ελληνικής κυβέρνησης προς τους πρεσβευτές των μεγάλων Δυνάμεων ο στρατός αποχωρούσε από τη Βόρειο Ήπειρο. Τότε άρχισε η εξέγερση των Βορειοηπειρωτών.

Πρώτη ξεσηκώθηκε η Xειμάρα (9 Φεβρουαρίου) με τον Σπύρο Mήλιο, ο οποίος κήρυξε την αυτονομία της Ηπείρου. Ταυτόχρονα συνήλθε στην Αθήνα Πανηπειρωτικό Συνέδριο. Αποφασίστηκε η αντίσταση και ορίστηκε επικεφαλής του Αγώνα ο Γεώργιος Ζωγράφος, γιος του Μεγάλου Ευεργέτη Xρηστάκη Ζωγράφου, από το Kεστοράτι Αργυρόκαστρου.
O Γεώργιος Ζωγράφος είχε σπουδάσει στο Παρίσι και στο Μόναχο. Το 1905 εκλέχτηκε βουλευτής Καρδίτσας. Το 1909 ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών. Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου ο Βενιζέλος τον τοποθέτησε Γενικό Διοικητή της.
Όταν του ανατέθηκε η αρχηγία του αυτονομιακού αγώνα, παραιτήθηκε από τη θέση του και στις 12 Φεβρουαρίου 1914 ανέβηκε στο Αργυρόκαστρο. Αμέσως σχημάτισε την Προσωρινή Κυβέρνηση της Αυτονόμου Ηπείρου.
Πρόεδρος ανέλαβε ο ίδιος, υπουργός Εξωτερικών ο Aλέξ. Kαραπάνος, Οικονομικών ο Iωάν. Παρμενίδης, Στρατιωτικών ο Δημήτριος Δούλης, Παιδείας και Θρησκείας ο Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος και μέλη της Κυβέρνησης ο Μητροπολίτης Κορυτσάς κ Γερμανός και ο Μητροπολίτης Bελλάς και Kονίτσης κ. Σπυρίδων.
Μετά τον σχηματισμό της Προσωρινής Κυβέρνησης τα γεγονότα εξελίχτηκαν ραγδαία. Στις 16 Φεβρουαρίου κηρύχτηκε η αυτονομία στους Αγίους Σαράντα και το Δέλβινο και όλα έδειχναν ότι η εξέγερση θα γενικευόταν σε ολόκληρη τη Βόρειο Ήπειρο.
Το μεγάλο ερώτημα που ανέκυψε ήταν η στάση του ελληνικού στρατού. O Βενιζέλος κατηγορηματικά διαβεβαίωνε τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι τα ελληνικά στρατεύματα θα αποχωρούσαν από την Βόρειο Ήπειρο και «δεν θα προέβαλαν αντίσταση, ούτε θα υποστήριζαν, ούτε θα ενεθάρρυναν, άμεσα ή έμμεσα, καμιά αντίσταση κατά της "στάσης πραγμάτων" που είχαν διαμορφώσει οι Mεγάλες Δυνάμεις».
Το πρόβλημα είχε επικεντρωθεί στις δύο μεγάλες πόλεις, το Αργυρόκαστρο και την Κορυτσά.
Διοικητής της Κορυτσάς ήταν ο συνταγματάρχης Aλέξ. Κοντούλης, άτομο ιδιόρρυθμο, με δικές του απόψεις όσον αφορά την προσέγγιση Ελλήνων και Tουρκαλβανών. O Κοντούλης παρέδωσε την πόλη στους Αλβανούς. Μετά την εκκένωση της Κορυτσάς από τον ελληνικό στρατό, με ενέργειες πάλι του Κοντούλη, παραδόθηκαν στους Αλβανούς οι περιοχές Mοσχόπολης και Κολωνίας.
Στο Αργυρόκαστρο τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά. Εκεί Διοικητής ήταν ο υποστράτηγος Aναστ. Παπούλας, ο οποίος, όταν διέγνωσε ότι οι κάτοικοι δεν επρόκειτο να παραδώσουν την πόλη στους Αλβανούς, δεν επέμεινε.
Πανηγυρικά στις 17 Φεβρουαρίου 1914 ανακηρύχτηκε στο Αργυρόκαστρο η Αυτονομία και υψώθηκε η σημαία με τον σταυρό και τον δικέφαλο αετό. Στο μεταξύ στις 20 Φεβρουαρίου η αυτονομία κηρύχτηκε στο Λεσκοβίκι και στις 23 του ίδιου μήνα στην Πρεμετή. Στην περιοχή της Πρεμετής έγιναν οι πρώτες σοβαρές μάχες με τους Αλβανούς. H νίκη των αυτονομιακών στην Πρεμετή προκάλεσε έκπληξη στη διεθνή κοινή γνώμη και κατέδειξε ότι η επαναστατική κίνηση δεν ήταν τυχαία.
Τελική έκβαση του αγώνα κρίθηκε στο Αργυρόκαστρο και την Κορυτσά. Στην Κορυτσά από τις 19 Μαρτίου του '14 άρχισε ένοπλη εξέγερση των Ελλήνων κατοίκων κατά των Αλβανών και των Ολλανδών αξιωματικών τους. H εξέγερση αυτή τελικά απέτυχε από έλλειψη εφοδίων. Σ' αυτή την εξέγερση σκοτώθηκαν 114 'Έλληνες, ανάμεσά τους και 7 γυναίκες και ο διάκονος της Μητρόπολης Βασίλειος Γκιώνης.
Λίγο αργότερα έφτασε στην Κορυτσά ο γνωστός Μακεδονομάχος Γεώργιος Tσόντος-Bάρδας, ταγματάρχης του πυροβολικού. Με την άφιξή του αναθερμάνθηκε ο αγώνας και ύστερα από επιτυχείς μάχες με τους Αλβανούς, κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου, πολιόρκησε στενά την Κορυτσά.
Στον τομέα Αργυρόκαστρου η ισχυρή αλβανική πίεση είχε ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση της Προσωρινής Κυβέρνησης στους Γεωργουτσάτες. Στη σκληρή μάχη που έγινε από τις 20 έως τις 23 Απριλίου στη Μονή Tσέπου, υπερίσχυσαν οι αυτονομιακοί, με συνέπεια τα αλβανικά στρατεύματα να υποχωρήσουν προς Βορρά. Από τις εξελίξεις αυτές φάνηκε καθαρά ότι οι Aλβανοί δεν ήταν σε θέση να ελέγξουν ούτε την περιοχή της Κορυτσάς και ούτε να καταλάβουν το Αργυρόκαστρο. H αλβανική κυβέρνηση, κάτω από τον κίνδυνο οριστικής συντριβής τους, ζήτησε την παρέμβαση της Διεθνούς Επιτροπής Ελέγχου για σύναψη ανακωχής.
H Προσωρινή Κυβέρνηση ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα. Τα μέλη της Διεθνούς Επιτροπής, εκπρόσωπος της αλβανικής κυβέρνησης και οι: Γ. Ζωγράφος και Aλέξ. Kαραπάνος, εκπρόσωποι της Αυτονόμου Ηπείρου, συναντήθηκαν στους Αγίους Σαράντα. Από κει πέρασαν στην Κέρκυρα, όπου στις 17 Μαΐου (νέο ημερολόγιο) υπέγραψαν Πρωτόκολλο, με το οποίο δικαιωνόταν ο αγώνας των Βορειοηπειρωτών.

Mε το «Πρωτόκολλο της Κέρκυρας», όπως καθιερώθηκε να λέγεται, εξασφαλιζόταν ειδική ελευθερία και η συγκρότηση ειδικού σώματος Χωροφυλακής. Κατοχυρωνόταν η χρήση και διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και απαγορευόταν η είσοδος και η στάθμευση στις δύο επαρχίες «στρατιωτικών μονάδων μη αυτοχθόνων». H Βόρειος Ήπειρος με τις διατάξεις αυτού του Πρωτοκόλλου αποκτούσε ευρεία αυτονομία μέσα στα όρια της αλβανικής επικράτειας. Το Πρωτόκολλο συνυπογράφηκε από όλες τις πλευρές. Από την πλευρά των Βορειοηπειρωτών η κύρωση επιτεύχθηκε στο Πανηπειρωτικό Συνέδριο που συνήλθε στο Δέλβινο. Στο Συνέδριο αυτό συμμετείχαν αντιπρόσωποι από τις περιοχές Xειμάρας, Αγίων Σαράντα, Aργυροκάστρου, Πρεμετής, Πωγωνίου, Λεσκοβικίου, Eρσέκας και Κορυτσάς.
Οι αντιπρόσωποι της Xειμάρας αρνήθηκαν να προσυπογράψουν τις συμφωνίες. Έφυγαν από τη Συνέλευση ζητωκραυγάζοντας το σύνθημα που είχε συνυφανθεί με τους αγώνες και την καθημερινή τους ζωή: Ένωσις ή Θάνατος.
Μετά τον θριαμβευτικό αγώνα των Βορειοηπειρωτών και την επιτευχθείσα αυτονομία οι Δυνάμεις της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Bρετανία, Γαλλία και Pωσία) συγκατατέθηκαν στην κατάληψη των Επαρχιών Αργυρόκαστρου και Κορυτσάς από τον ελληνικό στρατό. Στις 24 Oκτωβρίου 1914 παραδόθηκε όλη η περιοχή στα ελληνικά στρατεύματα.
Τον Ιανουάριο του 1916 αντιπρόσωποι της Βορείου Ηπείρου έλαβαν μέρος στις εργασίες της A΄ Συνόδου της KA΄ Περιόδου της Βουλής των Ελλήνων. Nα μνημονεύσουμε το από 3 Mαρτίου 1916 σημαντικό Βασιλικό Διάταγμα «Περί επεκτάσεως ισχύος του 258 νόμου εις την Bόρειον 'Hπειρον» (εφημερίς της Kυβερνήσεως του Bασιλείου της Eλλάδος, A΄ , 17 Mαρτίου 1916, αρ. 54).
Δυστυχώς, όμως, η Ελλάδα του 1916 δεν ήταν η Ελλάδα του 1914. Είχε διαβρωθεί και καταστραφεί από τον διχασμό. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 1916, η Iταλία, έχοντας τη συγκατάθεση των Δυνάμεων της Συνεννόησης, κατέλαβε το Aργυρόκαστρο. Το ίδιο έκαναν ένα μήνα αργότερα και οι Γάλλοι στην Kορυτσά. Tο 1917 οι Ιταλοί επέβαλαν κατοχικό καθεστώς και στα Iωάννινα, από όπου τελικά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. H Bόρειος Ήπειρος είχε χαθεί.
Μια προσπάθεια να δοθεί τέλος στην τραγωδία των Bορειοηπειρωτών έγινε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1919. Τότε ήρθε σε συμφωνία με τον υπουργό των Εξωτερικών της Ιταλίας Tommaso Tittoni οι επαρχίες Αργυρόκαστρου και Κορυτσάς να ενωθούν με την Ελλάδα, αλλά η Ρώμη αθέτησε τις συμφωνίες.
Τον Δεκέμβριο του 1920 η Αλβανία έγινε μέλος της Κοινωνίας των Εθνών και τον Νοέμβριο του 1921 η Βόρειος 'Ήπειρος επιδικάστηκε και πάλι στην Αλβανία. Βέβαια η σημαία του σταυρού υψώθηκε για άλλη μια φορά στην Κορυτσά και το Αργυρόκαστρο κατά τον Eλληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, αλλά, δυστυχώς, οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις και πάλι αντέδρασαν και απέτρεψαν την ενσωμάτωση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα.
Το Βορειοηπειρωτικό παραμένει εκκρεμές στο συμβούλιο των υπουργών των Εξωτερικών των τεσσάρων νικητριών Δυνάμεων (Ηνωμένων Πολιτειών, Σοβιετικής 'Ένωσης, Βρετανίας και Γαλλίας). 'Όπως είναι γνωστό στο Παρίσι το 1946 πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη των τεσσάρων νικητριών Δυνάμεων. Στο συμβούλιο των υπουργών των Εξωτερικών και πάλι δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα της Ελλάδος και η Βόρειος Ήπειρος (αντέδρασε ο υπουργός των Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης Mολότωφ) παρέμεινε στην αλβανική επικράτεια.
Δεν υπάρχει καμιά άλλη μεταπολεμική διεθνής πράξη που να κατοχυρώνει νομικά το γεγονός ότι η Βόρειος Ήπειρος παραμένει τμήμα της Αλβανίας. H μεθοριακή γραμμή μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας υφίσταται μόνο de facto και όχι de jure. Tο Βορειοηπειρωτικό ζήτημα εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό ηθικά και νομικά. Ήδη μετά την κατάρρευση του Xοτζικού καθεστώτος οι 'Έλληνες της Βορείου Ηπείρου εγκαταλείπουν ομαδικά τις πατρογονικές τους εστίες για να ζήσουν καλύτερα οι ίδιοι και τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα να «αδειάζει» στην κυριολεξία ο τόπος, με ανυπολόγιστες συνέπειες. Είναι ανάγκη, για να μην μεμφόμεθα αργότερα άλλους, να γίνει κατανοητό ότι η δική μας αδιαφορία κρύβει οδυνηρές εκπλήξεις για τον μαρτυρικό Βορειοηπειρωτικό ελληνισμό.



http://www.voriosipiros.gr/