Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

«εσμέν Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»



Εξετάζοντας εθνολογικά τον ελληνισμό, διατηρήθηκε τόσο αναλλοίωτος σε όλο το διάστημα της τουρκικής κυριαρχίας, ώστε μπορούμε να πούμε ότι το έθνος που διενήργησε την τελευταία επανάσταση (1821) δεν διέφερε καθόλου από το έθνος που αναγκάστηκε να υποκύψει στον ζυγό (1453). Αλλά τι είχε απογίνει το 15ο αι; Είδαμε ότι όσο διοικούσε αυτοβούλως τα πράγματα της ανατολής, κατόρθωσε να υπερισχύσει των Σλάβων μέχρι τον Ίστρο, να διώξει τους μωαμεθανούς από τα νησιά, και να διατηρηθεί ακέραιο σε όλη τη Μικρά Ασία. Αφότου όμως, από τα τέλη του 11ου αιώνα, η δυτική Ευρώπη έκρινε λογικό να επιτεθεί κατά του ανατολικού κράτους, και μετά από αγώνες που διήρκεσαν αιώνες δημιούργησε αναρχία, ο ελληνισμός μειώθηκε ουσιωδώς στη Μικρά Ασία με τον εξισλαμισμό των ντόπιων που επιχειρούσαν οι Τούρκοι και δέχτηκε στις αρχικές του εστίες διάφορους νέους εποίκους, ιδίως τους Φράγκους και τους Αλβανούς. Δεν λέμε τίποτα για τις νέες σλαβικές φυλές που εντωμεταξύ εισήλθαν, τους Σέρβους, γιατί αυτοί δεν μπήκαν ποτέ στην Πελοπόννησο, ενώ στη Στερεά έμειναν για λίγα χρόνια και από τις βορειότερες ελληνικές περιοχές εξαφανίστηκαν πολύ νωρίς. Αλλά είναι ανάγκη να ασχοληθούμε περισσότερο με τους Φράγκους και τους Αλβανούς. 
                                     Οι Φράγκοι δεν άφησαν κάποια ίχνη, παρά μόνο στα μικρότερα νησιά των ελληνικών θαλασσών.  Στη Στερεά και στην Πελοπόννησο οι αρχαίοι συναγωνιστές των Βιλλεαρδουίνων, των Λαρόσων και των διαδόχων όλων αυτών των δυτικών εξαφανίστηκαν,  είτε επειδή πέθαναν, είτε επειδή έφυγαν, είτε επειδή εξελληνίστηκαν, και από τότε αναφέρονταν ως υποτελείς των Παλαιολόγων. 
                                      Αντίθετα το Αλβανικό ιδίωμα αντηχεί μέχρι σήμερα σε πολλά μέρη της κυρίως Ελλάδας. Αλλά οι Αλβανοί δεν μπορούν, για ν’ ακριβολογούμε, να θεωρηθούν φυλή ξένη προς την ελληνική. Οι Αλβανοί είναι απόγονοι των αρχαίων Ιλλυριών, οι οποίοι,  έχοντας πολλά κοινά με τους κατοίκους των νοτιότερων περιοχών, εξελληνίστηκαν πολύ νωρίς. 
                                    Τελευταίοι αλλόφυλοι** που αναμείχθηκαν με τους Έλληνες πριν από την τουρκική κατάκτηση είναι οι αποκαλούμενοι Βλάχοι. Οι πιο επιφανείς από αυτούς αναδείχτηκαν στο φρόνημα γνήσιοι Έλληνες. 
                                   Το έθνος αυτό πλήρωσε, όπως και όλοι οι άλλοι χριστιανοί της ανατολής, το φόρο του στη θρησκεία του Ισλάμ. Αλλά πάνω στους Έλληνες που διέσωσαν τη δική τους θρησκεία και γλώσσα οι Τούρκοι δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Τα δύο έθνη έμειναν χωρίς να αναμειχθούν μεταξύ τους, όπως το νερό και το λάδι. Από την άποψη των εθνικών συστατικών, ο σημερινός ελληνισμός είναι ίδιος με τον ελληνισμό του 15ου αι.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος


**      Κατά τον ακαδημαϊκό και καθηγητή του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου G. Bratianu η λατινική και ομιλείται και γράφεται στον χώρο Μακεδονίας και νοτιότερα, όπου παρατηρείται διγλωσσία. Η χρήση της λατινικής στη Θεσσαλία, Μακεδονία, Ήπειρο διαπιστώνεται μεταπολεμικά και με τη μελέτη του επιγραφικού υλικού, όπως μάς διαβεβαιώνουν ό Γάλλος καθηγητής τού Πανεπιστημίου Λυών Bruno Helly, ο διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος τού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Ελλάδος Μιλτ. Χατζόπουλος κ.ά. Ο δε Poghirc επισημαίνει την έναρξη της εκλατινίσεως Ελλήνων στη Βόρειο Ήπειρο ήδη το 229 π.Χ., προ της ρωμαιοκρατίας, ως επακόλουθο στρατιωτικής συμπράξεως Ρωμαίων - Ελλήνων προς αποσόβηση ιλλυρικών επιδρομών.
Επίσης λατινοφωνία Ελλήνων μαρτυρούν και ιστορικοί συγγραφείς. Ο Βυζαντινός χρονογράφος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κωνσταντινουπόλεως και διοικητής της Ευρώπης, ήτοι της Βαλκανικής, Ιωάννης Λυδός, αναφερόμενος στους κατοίκους της διοικητικής περιφέρειας του, μεταξύ άλλων γράφει: «...και περ Έλληνας εκ του πλείονος όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή...».Την απόλυτη δε αξιοπιστία του αποδέχονται ό Ρουμάνος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κοπεγχάγης Ε. Lozovan, ό καθηγητής του Πανεπιστημίου Λιέγης Michel Dubuisson, ο Poghirc κ.ά.

Κωνσταντίνος Κούμας
Αυτοί οι δίγλωσσοι Έλληνες, όπως και οι λατινόφωνοι των λοιπών επαρχιών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αποκαλούνται Βλάχοι. Την επιτυχή σκιαγράφηση εξαπλώσεως τής λατινικής καί τήν ορθή ερμηνεία τής ονομασίας Βλάχοι, καθώς και γενέσεως Βλάχων (=λατινοφώνων) ελληνικής καταγωγής, χρεωστούμε καί στον πρώτο Νεοέλληνα ιστορικό Κωνσταντίνο Κούμα (1777-1836), διδάκτορα δύο γερμανικών πανεπιστημίων και αντεπιστέλλον μέλος των Ακαδημιών Μονάχου και Βερολίνου. Την δ' εγκυρότητα της απόψεως Κούμα ασπάζονται σύγχρονοι μας ομόλογοι του, οι ομότιμοι καθηγητές τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος και Κωνσταντίνος Βαβούσκος, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου κ.ά.
Οι Έλληνες Βλάχοι αρχικά ονομάζονται Ρωμαίοι, έπειτα δε Ρωμάνοι, που σώζεται με τη μορφή Αρμάνοι, όπως μέχρι σήμερα αυτοαποκαλούνται, και θυμίζει τον όρο 'Αρμανία, εύχρηστο από τούς Έλληνες των βυζαντινών χρόνων για την ονομασία τής χώρας τους, σύμφωνα με την αποκάλυψη τού Ρωσοαμερικανού βυζαντινολόγου Α. Vasiliev. Κατά δε τον Ούγγρο καθηγητή τού Πανεπιστημίου Βουδαπέστης Mathias Gyoni, «όλα συνηγορούν στο να πιστεύσουμε ότι οι Βλάχοι πρέπει να ήσαν δίγλωσσοι καθ' όλη τη διάρκεια τής ιστορίας τους».
Πηγή
 «Εθνικά θέματα και κρατική ακηδία» και σελ 54-57.Παραπομπές και βιβλιογραφία στο βιβλίο. 

Μ.Χρυσοχόου «Βλάχοι και Κουτσόβλαχοι