Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Σούλι

      Η ιστορία τού Σουλίου ξεκινά τόν 15ο αιώνα, όταν μετά τήν κυρίευση τών Ιωαννίνων καί τής Άρτας, ολόκληρη η Ήπειρος υποδουλώθηκε στούς Τούρκους. Δέν είχαν περιέλθει στήν τουρκική κυριαρχία τά παράλια τής Ηπείρου, η Πάργα, τό Άκτιο καί η Βόνιτσα, πού τά κατείχαν οι Ενετοί. Η Χειμάρρα καί τό Σούλι δέν προσκύνησαν ποτέ τόν κατακτητή. Ειδικά οι Σουλιώτες καθόλη τή διάρκεια τής τουρκοκρατίας βρίσκονταν σέ κατάσταση πολέμου καί αντιμετώπιζαν πάντα μέ επιτυχία τίς αλλεπάλληλες επιθέσεις τού οθωμανικού στρατού.
   
  Τό 1772, ο αγάς τού Μαργαριτίου, Σουλεϊμάν Τσάπαρη ή Τζαπάρκα, επιτέθηκε στούς Σουλιώτες μέ στρατό 9000 ανδρών. Οι Σουλιώτες είχαν ξεσηκωθεί μαζί μέ τούς Μωραΐτες, κατά τή διάρκεια τών ορλωφικών, δεδομένου ότι είχαν λάβει από απεσταλμένο τού Αλεξίου Ορλώφ αρκετά πολεμοφόδια. Ο Τσάπαρης ορκίστηκε ότι θά εξόντωνε τελείως τό Σούλι καί σέ συνεργασία μέ τό δερβέναγα τών Αγράφων Μάλιο Κοζίνα Τόσκα επιτέθηκε στά σουλιοτοχώρια καί κατάφερε νά καταλάβει τό Σούλι, ενώ οι Σουλιώτες απεσύρθησαν στή Σαμονίβα καί τήν Κιάφα. Σέ μία αντεπίθεσή τους, οι Χριστιανοί μαχητές κατάφεραν νά νικήσουν τόν Τσάπαρη καί νά τόν αναγκάσουν νά υπογράψει ανακωχή.
    Τό επόμενο έτος, ο ηγεμόνας τού Δελβίνου Κόκκα Πασάς μέ 4000 μαχητές επιτέθηκε μέ τήν σειρά του κατά τού Σουλίου, αλλά ηττήθηκε, όπως ηττήθηκε καί ο Μπεκίρ Πασάς πού ακολούθησε μέ 5000 πολεμιστές. Τήν ίδια τύχη είχε καί ο Χασάν Ιμπραήμ αγάς καί όλοι οι αγάδες καί οι πασάδες πού τόλμησαν νά αμφισβητήσουν τήν ανεξαρτησία τού Σουλίου. Δυστυχώς η αγραμματοσύνη τών Σουλιωτών ήταν αυτή πού δέν τούς επέτρεψε νά γράψουν γιά τήν ιστορία τού τόπου τους καί μόνο προφορικά διεσώθησαν οι μάχες πού έδωσαν, στερώντας μας έτσι από τίς λεπτομερείς αναφορές τών ιστορικών γεγονότων πού έζησαν οι προγονοί τους.
    
Εκείνη τήν εποχή αναδείχθηκε μία εκπληκτική καί συνάμα τρομερή μορφή πού σημάδεψε μέ τό πέρασμά της τήν Ήπειρο, τήν Αρβανιτιά, τή Μακεδονία, τή Θεσσαλία αλλά καί τή Ρωμιοσύνη ολάκερη. Αυτή η μορφή δέν ήταν άλλα από τόν Αλή πασά τόν Τεπελενλή, γνωστό καί ως τό λιοντάρι τής Ηπείρου. Ξεκίνησε πάμφτωχος καί κατέληξε νά έχει στήν κατοχή του αμέτρητους θησαυρούς. Ξεκίνησε άσημος καί κατάφερε νά τόν τρέμουν οι αγάδες καί οι βεζύρηδες. Ξεκίνησε άστεγος καί κατέληξε νά έχει στήν κατοχή του πλήθος από παλάτια καί σεράγια, γεμάτα μέ γυναίκες καί σκλάβους. Ο Αλής αναδείχθηκε σέ στρατιωτική ιδιοφυΐα αφού κατάφερε νά εκμηδενίσει όλους τούς εχθρούς του, ενώ όντας αγράμματος εξελίχθηκε σέ άριστο διπλωμάτη ξεγελώντας Γάλλους, Άγγλους καί Ρώσους πολιτικούς. Κατάφερε νά κλονίσει ακόμα καί τά θεμέλια τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, αναγκάζοντας τόν σουλτάνο νά στείλει δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες γιά νά τόν αντιμετωπίσουν.
    Όμως ο δρόμος του πρός τήν δόξα καί τά πλούτη ήταν στρωμένος μέ αμέτρητα κουφάρια, όπως είχε εκμυστηρευτεί καί ο ίδιος στό Γάλλο πρόξενο Πουκεβίλ. Είχε θανατώσει τόσους, αρχίζοντας από τούς στενούς του συγγενείς καί όποιον στήν συνέχεια τολμούσε νά μπεί εμπόδιο στα σχέδιά του, ενώ είχε επινοήσει αμέτρητους τρόπους βασανιστηρίων γιά τά θύματά του. Όταν χαμογελούσε, όλοι πάγωναν γύρω του, γιατί μέ αυτό τό χαμόγελο σφράγιζε τή θανατική καταδίκη κάποιου φίλου ή εχθρού.
    Ο Αλή πασάς είχε βάλει σάν στόχο νά απαλλαγεί από αυτή τήν σφηκοφωλιά πού είχε στό πασαλίκι του καί η πρώτη του σοβαρή προσπάθεια έγινε στά 1792. Ξεκίνησε μέ ένα γράμμα πού έστειλε στούς Σουλιώτες οπλαρχηγούς, καλώντας τους νά ενώσουν τίς δυνάμεις τους γιά νά κτυπήσουν τούς μπέηδες στό Μπεράτι (βυζαντινό Βεράτιον) καί τό Δέλβινο. Πράγματι ο πασάς είχε συγκεντρώσει 10000 άνδρες μέ πραγματικό στόχο όμως όχι τούς Αλβανούς μπέηδες, αλλά τό Σούλι.
   Οι Σουλιώτες μόλις έλαβαν τήν επιστολή, μαζεύτηκαν στόν Aη Δονάτο, όπου συνεδρίαζε η Εκκλησία τού Δήμου, καί μέ προεδρεύοντα τό Γιώργο Μπότσαρη, αποφάσισαν νά στείλουν μικρή δύναμη εβδομήντα ανδρών στόν Αλή, ώστε καί νά τού ικανοποιήσουν τήν επιθυμία αλλά ταυτόχρονα νά μήν αδυνατίσουν τό Σούλι από μαχητές. Πράγματι τό μικρό σώμα τών Σουλιωτών, μέ αρχηγό τόν Λάμπρο Τζαβέλα καί τό νεαρό γιό του Φώτο, ενώθηκε μέ τίς δυνάμεις τού πασά στή Ζήτσα. Ο πονηρός πασάς αγκάλιασε φιλικά τόν Τζαβέλα καί αφού γλέντησαν, αποφάσισαν νά γίνουν αγώνες στό πήδημα καί στό λιθάρι, μεταξύ τών Τουρκαλβανών τού Αλή καί τών Σουλιωτών. Οι Σουλιώτες άφησαν τά όπλα τους καί άρχισαν νά αγωνίζονται, μέχρι πού αφοπλισμένους πλέον τούς συνέλαβε ο Αλής, μέ εξαίρεση έναν Σουλιώτη ο οποίος πρόλαβε καί βούτηξε στό κρύο ποτάμι καί παρά τίς δεκάδες σφαίρες πού τού έριξαν, κατάφερε νά φτάσει στόν Γιώργο Μπότσαρη καί νά τόν ειδοποιήσει γιά τόν κίνδυνο πού πλησίαζε.
    Ο Αλής σίγουρος ότι ο Σουλιώτης είχε πνιγεί, ορκίστηκε "δέν θά μέ γλυτώσουν τά σκυλιά, θά τούς ψήσω ησαλάχ (Θεού θέλοντος) ζωντανούς σάν τόν Τσαούς πρίφτη (Χριστιανός από τό Χόρμοβο) γυναίκες καί παιδιά καί τό Σούλι θά τό κάμω σάν τό Χόρμοβο, χόρτο νά μή φυτρώση."
   Οι Τουρκαλβανοί μπήκαν στά έρημα Σουλιωτοχώρια αλλά δέχτηκαν βροχή από σφαίρες. Ο αιφνιδιασμός είχε αποτύχει. Απελπισμένος ο Αλής έβγαλε τόν Λάμπρο Τζαβέλα από τό μπουντρούμι καί τάζοντάς του χιλιάδες γρόσια, τόν κάλεσε νά πάει στούς συμπατριώτες του γιά νά τούς πείσει νά παραδοθούν. Ο Τζαβέλας έδωσε "μπέσα", αλλά φθάνοντας στό Σούλι, έκανε ακριβώς τά αντίθετα, οργανώνοντας περαιτέρω τήν άμυνα καί εμψυχώνοντας τούς αδελφούς του.
   Στίς 20 Ιουλίου 1792, ανήμερα τού Προφήτη Ηλία, χιλιάδες Τουρκαλβανοί μέ αρχηγό τόν Ομέρ Βρυώνη επιτέθηκαν μέ αλαλαγμούς εναντίον των Σουλιωτών, οι οποίοι είχαν καθ' υπόδειξη τού Γιώργου Μπότσαρη, εγκαταλείψει τό Σούλι, τή Σαμωνίβα καί τό Ναβαρίκο καί είχαν οχυρωθεί στήν απρόσιτη Κιάφα. Σέ μία νυκτερινή τους έφοδο 300 Σουλιώτες επιτέθηκαν στή μεγάλη σκηνή πού είχε στήσει ο Αλής γιά νά παρακολουθεί τίς επιχειρήσεις καί λίγο έλλειψε νά τόν συλλάβουν. Ο Αλής όμως δέν βρισκόταν στή σκηνή, ειδοποιημένος από έναν προδότη γανωτή, πού είχε βρεθεί τυχαία στό Σούλι καί έμαθε γιά τό σχέδιο τών Σουλιωτών. Αλλά καί μόνο η παράτολμη αυτή ενέργεια τών Σουλιωτών νά τόν σκοτώσουν μέσα στή σκηνή του, κατατρόμαξε τόν τύραννο.
   Όταν σταμάτησαν γιά λίγο οι κρότοι τών όπλων τών δύο πλευρών, η γυναίκα τού Λάμπρου Τζαβέλα, η Μόσχω ανησύχησε καί έδωσε εντολή στίς υπόλοιπες γυναίκες νά επιτεθούν μέ τή σειρά τους στούς στρατιώτες τού Αλάχ. Η ξαφνική εμφάνιση τών Σουλιωτισσών, ξάφνιασε τούς Τουρκαλβανούς καί παρέσυρε καί τούς Σουλιώτες νά ξεχυθούν μέ τά γιαταγάνια στά χέρια. Τό σώμα τού Γιώργη Μπότσαρη πού ήταν κρυμμένο πίσω από τά βράχια, βρέθηκε στά μετόπισθεν τού εχθρού μέ αποτέλεσμα οι Τουρκαλβανοί νά βρεθούν περικυκλωμένοι. Τρείς χιλιάδες εχθρικά κουφάρια γέμισαν τά σουλιώτικα βουνά. Πολλοί έπεφταν από τά βράχια γιά νά σωθούν από τά σουλιώτικα μαχαίρια. Οι Σουλιώτες είχαν 74 νεκρούς, ενώ τραυματίστηκε καί ο Λάμπρος Τζαβέλας. Μετά τή μάχη, οι Χριστιανοί μαχητές έφτιαξαν πυραμίδα μέ τά κεφάλια τών νεκρών μουσουλμάνων, ενώ τά κουφάρια τους τά πέταξαν στόν Αχέροντα.
   Ο Αλής παρατώντας τή σκηνή του ανέβηκε στό άλογό του καί εξαφανίσθηκε μέ τή συνοδεία του. Μπαίνοντας στην πόλη διέταξε νά μείνουν κλειστά τά παράθυρα επί ποινή θανάτου γιά νά μήν δούν οι Γιαννιώτες τά άθλια απομεινάρια τού οθωμανικού στρατού. Γιά δεκαπέντε μέρες έμεινε απομονωμένος στό παλάτι του. Οι στρατιώτες του κατάκοποι κυνηγήθηκαν ως τά προάστεια τών Ιωαννίνων, όπου ο επίσκοπος τής πόλης πρότεινε στούς Σουλιώτες ειρήνη εξ ονόματος τού Αλή. Κατά τούς όρους τής ειρήνης όφειλε ο Αλής νά παραχωρήσει στούς Σουλιώτες όλη τήν περιοχή μέχρι τή Δερβίτσιανη έξι μίλια μακριά από τά Γιάννινα, νά επιστρέψει τούς αιχμαλώτους, μαζί μέ τόν Φώτο Τζαβέλα καί νά πληρώσει 1000 γρόσια για κάθε Τούρκο αιχμάλωτο.
   Ο Λάμπρος Τζαβέλας δέν άντεξε τόν τραυματισμό του καί πέθανε, αφήνοντας όμως στήν θέση του άξιο διάδοχο τόν γιό του Φώτο Τζαβέλα. Η εκλογή αυτή δυσαρέστησε τό γηραιότερο αρχηγό τής αντίπαλης φάρας, Γιώργο Μπότσαρη, στόν οποίο οφειλόταν τό σχέδιο τής σωτηρίας τού Σουλίου, τό καλοκαίρι τού 1792.
   Όμως ο μεγάλος πόθος τού Αλβανού ήταν τό Σούλι. Δέν είχε ξεχάσει ποτέ τήν ταπεινωτική ειρήνη πού είχε υπογράψει, καί είχε ορκιστεί νά τήν ξεπληρώσει μέ αίμα. Τόν Ιούνιο τού 1800, ο Αλής είχε μαζέψει 15000 διαλεκτό ασκέρι, διαδίδοντας τάχα ότι θά εκστρατεύσει κατά τών Γάλλων στήν Αίγυπτο. Ήδη ο γέρο Μπότσαρης είχε εγκαταλείψει τό Σούλι μέ όλη του τή φάρα καί είχε εγκατασταθεί στό Βουλγαρέλι, αδυνατίζοντας τήν άμυνα τής πατρίδας του. Η διχόνοια καί αργότερα η προδοσία, ανίατες ασθένειες τής φυλής μας, θά γίνονταν αργότερα οι αιτίες τής πτώσης τού Σουλίου.
   Τά οθωμανικά στρατεύματα ανεχώρησαν από τά Ιωάννινα καί στήν διαδρομή τούς έγινε γνωστό ότι κατευθύνονταν νά υποτάξουν τούς γκιαούρηδες πού αψηφούσαν τό νόμο τού Ισλάμ, τούς άπιστους Σουλιώτες. Ο βεζύρης θά έζωνε τό Σούλι από όλες τίς πλευρές. Ο ίδιος μέ χίλιους άντρες έστησε τό αρχηγείο του στή Λίπα. Ο Σιλιχτάρ Μπόντα μέ 2000, έπιασε τό κάστρο τής Μπογόρτσας, οι στρατηγοί Χατζή Μπέντο, Μπεκίρ Τζογαδώρο καί Μουσταφά Ζυγούρη μέ 3000 στρατοπέδευσαν στή Ζυρμή, ενώ ένα σώμα μέ αρχηγούς τόν Γιουσούφ Αράπη, τόν Χασάν Τσαπάρη καί τόν Σουλεϊμάν Τζόπανο πέρασαν τό γεφύρι τής Τσουκνίδας τού Αχέροντα καί στρατοπέδευσαν στή Νεμίτσα.
    Παρά τίς ανώτερες δυνάμεις τους, οι Τουρκαλβανοί του πασά ταπεινώθηκαν πάλι από τούς Σουλιώτες. Στίς 9 Ιουνίου 1800, ο Φώτος Τζαβέλας σκότωσε τόν γενναίο Μουσταφά Ζυγούρη στό Σιστρούνι καί αφού τόν αποκεφάλισε έδειξε τό κεφάλι του στούς δικούς του, οι οποίοι ετράπησαν σέ άτακτη φυγή. Οι Σουλιώτες, αφού λαφυραγώγησαν τό εχθρικό στρατόπεδο καί χωρίς νά χάσουν ούτε έναν στρατιώτη, επανέκαμψαν τροπαιούχοι στό Σούλι, ψάλλοντας τά νικητήρια.
    Ο Αλή πασάς, μόλις πληροφορήθηκε γιά τήν ήττα τού Σιστρουνίου, εξήλθε από τή Λίπα επικεφαλής 4000 Τουρκαλβανών καί πορευόμενος πρός τό Σιστρούνι συνάντησε τόν ηττηθέντα στρατό. Αφού ενθάρρυνε τούς στρατιώτες του, τούς αναδιοργάνωσε καί τούς οδήγησε αυτή τή φορά στή Βριτζάχα από όπου στίς 12 Ιουνίου εξαπέλυσε νέα επίθεση. Νόμιζε δέ ο Αλής ότι οι Σουλιώτες λίγα εικοσιτετράωρα μετά τήν νίκη στό Σιστρούνι, δέν θα περίμεναν μία νέα επίθεση. Πράγματι, οι Σουλιώτες δέν ήλπιζαν σε συγκέντρωση τού εχθρικού στρατού, αλλά ευτυχώς γι' αυτούς τούς ειδοποίησε ο Ισλαμπέης τής Παραμυθιάς.
   Ο Ισλαμπέης υπήρξε φίλος τών Σουλιωτών, αλλά είχε συμμετάσχει στήν εκστρατεία εναντίον τους, από τό φόβο καί μόνο τού Αλή πασά. Μέ μία επιστολή πληροφόρησε τόν βλάμη του Φώτο Τζαβέλα για τό σχέδιο τού πανούργου Αλή, προτρέποντάς τον γιά μεταμεσονύκτιο γιουρούσι στό εχθρικό στρατόπεδο. Πράγματι, ο Φώτος Τζαβέλας μέ 300 Σουλιώτες πλησίασε αθόρυβα μέσα στή βροχερή νύκτα στό εχθρικό στρατόπεδο. Οι Σουλιώτες αφού μαχαίρωσαν τούς σκοπούς όρμησαν μέ τά γιαταγάνια στά χέρια στίς σκηνές πού κοιμόντουσαν αμέριμνοι οι μουσουλμάνοι καί τούς αποδεκάτισαν. "Σουλιώτετ, Σουλιώτετ, ώ βελέζερ" (Σουλιώτες, Σουλιώτες, ξυπνήστε ω αδελφοί!). Οι έντρομοι Οθωμανοί εγκατέλειψαν τό στρατόπεδό τους. Πολύτιμα λάφυρα, ζώα, πολεμοφόδια καί πλήθος αιχμαλώτων ήταν τά τρόπαια τής νίκης τών Σουλιωτών, οι οποίοι είχαν τρείς νεκρούς καί επτά τραυματίες, μεταξύ τών οποίων καί ο οπλαρχηγός Πανομάρας.
     Ο Αλής έζωσε τό Σούλι μέ τούς πύργους του, ώστε νά αποκλειστούν οι Σουλιώτες από τίς γύρω περιοχές καί ιδιαίτερα από τήν Πάργα, από όπου προμηθεύονταν τίς τροφές τους. Κάλεσε καί τόν πασά τού Βερατίου Ιμπραήμ νά τόν ενισχύσει καί αυτός απέστειλε σώμα δύο χιλιάδων ανδρών. Αμέσως τριακόσιοι Σουλιώτες πήγαν νά προϋπαντήσουν τούς Αλβανούς τού Ιμπραήμ μέ κεφαλές τούς Φώτο Τζαβέλα, Γκόγκα Δαγκλή, Νάσση Φωτομάρα, Κωλέτζη Μαλάμου καί Θανάση Βάγια. Η μάχη υπήρξε σκληρή καί πολύωρη καί ο Φώτος τραυματίστηκε βαρύτατα. Έγινε τότε μάχη γύρω από τόν τραυματισμένο καπετάνιο καί οι Τουρκαλβανοί προσπάθησαν μέ λύσσα νά πάρουν τόν Φώτο καί νά πάνε τό κεφάλι του στόν Αλή πασά, γνωρίζοντας τήν μεγάλη αμοιβή πού θά τούς περίμενε. Ο Φώτος παρακάλεσε τόν αδελφό του Γιώργο νά τού κόψει αυτός τό κεφάλι γιά νά μήν πέσει στά χέρια τών εχθρών.
   Τελικά μόλις έπεσε η νύχτα οι Σουλιώτες κατάφεραν νά σώσουν τόν αρχηγό τους καί νά τόν μεταφέρουν στό Σούλι όπου έκανε τέσσερεις μήνες γιά νά συνέλθει από τόν τραυματισμό του. Οι χειμώνες τού 1801 καί τού 1802 αποδείχτηκαν πολύ σκληροί καί αδυσώπητοι γιά τούς Σουλιώτες. Η πείνα καί τό κρύο τούς θέρισε, ενώ μάταια προσπαθούσαν νά σπάσουν τόν αποκλεισμό γιά νά προμηθευτούν λίγο αλεύρι καί λίγο καλαμπόκι από τήν Πάργα. Οι συνεχείς νυκτερινές επιδρομείς κατά τών πύργων πού τούς είχαν κλείσει τά περάσματα δέν απέφεραν αποτέλεσμα. Ο βεζύρης προσπάθησε καί μέ χρήματα νά εξαγοράσει τό Σούλι. Ο Περραιβός μάς διασώζει τή λακωνική καί ταυτόχρονα πατριωτική απάντηση πού έδωσαν οι φτωχοί καί αγράμματοι αυτοί χωριάτες, τήν ίδια ώρα πού ψυχορραγούσαν:

"Βεζύρ Αλή Πασά σέ χαιρετούμεν Η πατρίς μας είναι ασυγκρίτως γλυκυτέρα καί από τά πουγκιά σου καί από τούς ευτυχείς τόπους, τούς οποίους υπόσχεσαι νά μάς δώσης, όθεν ματαίως κοπιάζεις, επειδή η ελευθερία μας δέν πωλείται, ούτ' αγοράζεται σχεδόν μέ όλους τούς θησαυρούς τής γής, παρά μέ τό αίμα, καί θάνατον έως του τελευταίου Σουλλιώτου."

    Τό 1803 η κατάσταση τών Σουλιωτών έγινε ακόμα πιό δύσκολη. Ο παμπόνηρος βεζύρης κάλεσε τόν Κίτσο Μπότσαρη (πατέρα τού Μάρκου) νά πάει στό Σούλι νά διαπραγματευτεί ειρήνη, μέ τόν όρο νά εξορισθεί ο Φώτος Τζαβέλας. Ο κρυφός του σκοπός ήταν νά σπείρει τή διχόνοια ανάμεσα στούς δύο αρχηγούς, κάτι πού τό κατάφερε, αφού ο Φώτος δυσαρεστημένος από τήν αποδοχή τού σχεδίου από τούς συμπατριώτες του καί κυρίως από τούς Κουτσονίκα καί Πήλιο Γούση, πυρπόλησε τό σπίτι του καί αποχώρησε από τό Σούλι μέ τήν οικογένειά του. Ο Αλής έτριβε τά χέρια του από τήν ικανοποίηση καί κάλεσε τώρα τόν Τζαβέλα στά Γιάννενα, θέτοντας νέους όρους γιά τό Σούλι. Αφού οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν έριξε τόν Φώτο στά μπουντρούμια, στερώντας τούς Σουλιώτες από τόν ικανότερο αρχηγό τους.
      Τήν αρχηγία τώρα τών στρατευμάτων τήν είχε αναλάβει ο άλλος γιός τού βεζύρη, ο Βελής ο οποίος κατάφερε στό μεταξύ νά πατήσει τόν Αβαρίκο, τή Σαμονίβα καί τήν Κιάφα, περιορίζοντας τούς Σουλιώτες στό Κούγκι (ράχη στά αρβανίτικα) καί στά βράχια τής Μπίρας (τρύπα στα αρβανίτικα). Τώρα σειρά είχε η προδοσία, η οποία θά έδινε τήν χαριστική βολή στήν ανυπότακτη καί περήφανη εκείνη γωνιά τής Ηπείρου.
    Πήλιος Γούσης ήταν τό όνομα τού προδότη, ο οποίος παρουσιάσθηκε μία νύχτα στόν Βελή καί τού ζήτησε 9000 γρόσια γιά νά οδηγήσει τούς Τουρκαλβανούς του μέσα στό Σούλι, όπως καί έγινε στίς 25 Σεπτεμβρίου 1803. Οι Σουλιώτες αιφνιδιάστηκαν καί αποτραβήχτηκαν στόν Άγιο Δονάτο, έχοντας στά νώτα τους τό Κούγκι, όπου βρισκόταν τό μικρό φρούριο τής Αγίας Παρασκευής, πού είχε κατασκευάσει ο μοναχός Σαμουήλ. Ο Βελής αμέσως έστειλε κήρυκες στά Γιάννενα νά διαλαλήσουν τήν κατάληψη του Σουλίου, ο δέ πατέρας του μόλις έμαθε τά νέα, έβγαλε τόν Φώτο Τζαβέλα από τά μπουντρούμια καί κρατώντας ομήρους τήν οικογένειά του, τόν έστειλε στούς συντρόφους του γιά νά τούς πείσει νά εγκαταλείψουν μιά γιά πάντα τήν πατρίδα τους.
    Ενώ ο Κίτσος Μπότσαρης καί ο γέρο Κουτσονίκας είχαν υπογράψει συνθήκη παράδοσης τού Σουλίου, ο Φώτος Τζαβέλας αρνήθηκε νά προσυπογράψει καί στίς 7 Δεκεμβρίου 1803, έδωσε στό Κούγκι τήν ύστατη μάχη, έχοντας στό πλευρό του τήν περίφημη Χάιδω Σέχου, η οποία είχε γεμίσει τά δάκτυλά της μέ τά δακτυλίδια τών Τούρκων πού σκότωνε σέ κάθε μάχη. Σέ αυτή τή μάχη οι μουσουλμάνοι άν καί είχαν επικεφαλής τούς δερβίσηδες γιά νά τούς εμψυχώνουν (Μπιτά, μπιτά ώ τρίμμα) δέν κατάφεραν νά φτάσουν στά ταμπούρια τών Σουλιωτών. Είχαν περίπου 700 νεκρούς καί ο Αμπάζ Τεπελένα παρακάλεσε τόν Αλή νά κάνη νισάφι τόν ανθό τού στρατεύματός του στό καταραμένο Κούγκι.
    Τελικά οι Σουλιώτες, περικυκλωμένοι καί απομονωμένοι καί έχοντας στά χέρια τους γραπτές εγγυήσεις από τό βεζύρη καί τόν γιό του Βελή, ότι δέν θά τούς παρενοχλούσαν, αποφάσισαν νά εγκαταλείψουν τήν πολιτεία τους στίς 12 Δεκεμβρίου 1803. Οι φάλαγγες τής εξόδου ήταν τρείς. Η πρώτη μέ αρχηγούς Δήμο Δράκο, Φώτο Τζαβέλλα, Τζήμα Ζέρβα, Γκόγκα Δαγκλή καί Πανομαρά κινήθηκε δυτικά πρός τήν Πάργα. Η δεύτερη κινήθηκε κατά τήν Πρέβεζα καί η τρίτη μέ αρχηγούς Κίτσο (πατέρα τού Μάρκου) καί Νότη Μπότσαρη, Κουτσονίκα, Παλάσκα, Κολέτση καί Φωτομάρα κινήθηκε κατά τό Ζάλογγο. Ξαφνικά οι Σουλιώτες πού έφευγαν, άκουσαν μία τρομερή έκρηξη σάν σεισμό καί κατάλαβαν ότι ο καλόγερός τους ο Σαμουήλ δέν θά άφηνε ποτέ τό Σούλι. Θάφτηκε κάτω από τό κάστρο στό Κούγκι, παίρνοντας καί αυτός μέ τή σειρά του μία θέση στά Ηλίσια πεδία.  
    Τήν πρώτη φάλαγγα τή κτυπήσανε οι Αλβανοί του Σιλλικτάρ Μπόντα, κοντά στήν Πάργα, αλλά επειδή οι Σουλιώτες ήταν πολυάριθμοι καί έλαβαν βοήθεια από τούς Παργινούς, κατάφεραν τελικά νά φτάσουν στή σωτηρία μέ μικρές απώλειες. Οι άλλες δύο όμως φάλαγγες τών Σουλιωτών, πού ήταν καί πιό ολιγάριθμες είχαν πολύ τραγική κατάληξη. Τήν φάλαγγα τών Μποτσαραίων τήν κτύπησε ο Μπεκήρ Τζογαδώρος στό Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες γιά δύο μερόνυκτα έδωσαν μάχη καί όταν τούς έλειψαν τά φυσέκια, έκαναν νυκτερινή έξοδο μέ τά σπαθιά στά χέρια. Πολλοί σκοτώθηκαν, οι αρχηγοί έσπασαν τόν κλοιό, αλλά εξήντα γυναίκες μέ τά μωρά στά χέρια δέν κατάφεραν νά ξεφύγουν καί απομονώθηκαν στήν κορυφή ενός γκρεμού. 'Εσυραν τότε μέ αργό ρυθμό τό χορό του θανάτου καί όποια έφτανε στά χείλη τού βαράθρου, πέταγε τό παιδί της καί μετά έπεφτε καί η ίδια. Όταν οι βάρβαροι ανέβηκαν στήν κορυφή, δέν είχε μείνει ούτε μιά γυναίκα γιά νά τήν αρπάξουν. Κείτονταν όλες νεκρές στήν άβυσσο καί τό πυκνό χιόνι πού έπεφτε τίς σκέπαζε...

Πηγή: http://www.agiasofia.com/epanastasis/epanastasis15.html