Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Η μάχη των Πλαταιών 479 π.Χ

      Η απροθυμία, την οποία έδειξε η Σπάρτη μετά την μάχη των Θερμοπυλών και λίγο πριν την μάχη των Πλαταιών, δεν βοήθησε τους Έλληνες. Αλλά όταν τελικά πήρε την απόφαση να λάβει μέρος σοβαρά στον πόλεμο, το έκανε μεγαλειωδώς.
Πέντε χιλιάδες Σπαρτιάτες, ο καθένας τους ακολουθούμενος από επτά είλωτες, μαζί με πέντε χιλιάδες Λακεδαιμόνιους περίοικους (ο καθένας ακολουθούμενος από ένα είλωτα ελαφρά οπλισμένο) βάδισαν προς τον Ισθμό. Αυτός ήταν ένας αρκετά μεγάλος στρατός και ποτέ στο παρελθόν η Σπάρτη δεν είχε στείλει τόσο μεγάλη δύναμη στο πεδίο της μάχης. Στον Ισθμό, συναντήθηκαν με άλλους συμμάχους της Πελοποννήσου και προχώρησαν με κατεύθυνση τα Μέγαρα. Εκεί ενώθηκαν με τρεις χιλιάδες Μεγαρείς και τελικά στις Πλαταιές με οκτώ χιλιάδες Αθηναίους οπλίτες. Η πόλη των Πλαταιών συνείσφερε εξακόσιους οπλίτες, οι οποίοι ήλθαν από την Σαλαμίνα υπό την αρχηγία του Αριστείδη. Ο αριθμός των Ελληνικών δυνάμεων έφθανε τώρα τις τριάντα οκτώ χιλιάδες οπλίτες, οι οποίοι μαζί με τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες και τους είλωτες πλησίαζε τις εκατό δέκα χιλιάδες άνδρες. Ο αριθμός αυτός συμπεριλάμβανε τους χιλίους οκτακοσίους σχεδόν άοπλους Θεσπιείς. Δεν υπήρχε ιππικό και οι τοξότες ήταν πολλοί λίγοι.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε για την άφιξη των Λακεδαιμονίων, έφυγε από την Αττική δια μέσου της Δεκέλειας, πέρασε το βουνό Πάρνων και μπήκε στην Βοιωτία. Βαδίζοντας επί δύο μέρες κατά μήκος του Ασωπού ποταμού, στρατοπέδευσε κοντά την πόλη των Πλαταιών.
Η μάχη των Πλαταιών, 479 π.Χ. Οι Έλληνες, αφού συμβουλεύτηκαν τους Θεούς με θυσίες στην Ελευσίνα, βάδισαν πάνω από τις κορυφές του Κιθαιρώνα και κατεβαίνοντας από το βόρειο τμήμα είδαν το στρατόπεδο του Περσικού στρατού στην πεδιάδα του Ασωπού. Ο βασιλιάς Παυσανίας, που περίμενε καλούς οιωνούς από τις θυσίες, κρατούσε τις δυνάμεις του μακριά από τις επιθέσεις του Περσικού ιππικού, κοντά στις Ερυθρές, όπου το έδαφος ήταν ανόμοιο και τραχύ, αλλά ακόμα και αυτό δεν εμπόδισε τον στρατηγό Μασίστιο να επιτεθεί στους Έλληνες. Όταν οι Μεγαρείς βρέθηκαν σε μεγάλο κίνδυνο και είχαν μεγάλες απώλειες, τριακόσιοι Αθηναίοι οπλίτες επέτυχαν να αναχαιτίσουν τους Πέρσες, σκοτώνοντας τον μεγαλόσωμο και γενναίο Μασίστιο. Το σώμα του, το παρέλασαν θριαμβευτικά επάνω σε άρμα. Το γεγονός αυτό ενθουσίασε τον Παυσανία, ο οποίος έφερε τον στρατό στην πεδιάδα, σε παράταξη στην δεξιά πλευρά του Ασωπού.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε την αλλαγή της θέσεως των Ελληνικών δυνάμεων, διέταξε τον στρατό του να πάρει θέση απέναντι τους, στην άλλη όχθη του Ασωπού. Ο ίδιος πήρε το πόστο της αριστεράς πτέρυγας, αντιμέτωπος των Λακεδαιμονίων. Ο υπόλοιπος στρατός του, αποτελούμενος από τους Έλληνες που είχαν προσχωρήσει στους Πέρσες, πενήντα χιλιάδες τον αριθμό, ήταν αντιμέτωπος των Αθηναίων. Το κέντρο του Μαρδόνιου αποτελείτο από Βακτριείς και Ινδούς. Ολόκληρος ο στρατός ανήρχετο στις τριακόσιες χιλιάδες άνδρες.
Επί οκτώ μέρες η επίθεσης αναβλήθηκε και από τις δύο πλευρές, λόγω κακών οιωνών. Την όγδοη ημέρα ο Μαρδόνιος με την συμβουλή του Θηβαίου αργηγού Τιμαγενίδα, έκοψε τις γραμμές ανεφοδιασμού των Ελλήνων και κατέλαβε μία μεγάλη αποστολή με εφόδια, σε μια πλαγιά του Κιθαιρώνα. Ο Αρτάβαζος επίσης τον συμβούλευσε να συνεχίσει αυτήν την τακτική ενοχλήσεων, αλλά ο Μαρδόνιος ήταν ανυπόμονος και διέταξε το ιππικό του να επιτεθεί, καταλαμβάνοντας την πηγή των Γαργαπαθείων.
Ο Παυσανίας συγκάλεσε το πολεμικό συμβούλιο και πήραν την απόφαση να οπισθοχωρήσουν σε μια τοποθεσία ονομαζόμενη Νησί, η οποία βρισκόταν δυο χιλιόμετρα μακρύτερα και στη μισή απόσταση από την πόλη των Πλαταιών. Όταν ο Παυσανίας έδωσε το βράδυ την διαταγή για οπισθοχώρηση, μερικοί από τους Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να ακολουθήσουν. Οι απειλές δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα να πεισθεί ο Σπαρτιάτης λοχαγός Αμομφεράτος, ο οποίος παίρνοντας μία μεγάλη πέτρα, την πέταξε στα πόδια του Παυσανία, με την εξής φράση:
"με αυτή την πέτρα δίνω την ψήφο μου να μην οπισθοχωρήσω".
Ο Παυσανίας, που δεν είχε καιρό να χάσει γιατί το ξημέρωμα έφτανε, άφησε τον Αμομφεράτο και τον λόχο του πίσω και βιάστηκε να πάει στο Νησί. Αργότερα ο Αμομφεράτος τους ακολούθησε.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε ότι οι Έλληνες είχαν οπισθοχωρήσει, διέταξε επίθεση. Ο στρατός περνώντας το ποτάμι του Ασωπού, άρχισε να ρίχνει βέλη στους Έλληνες, οι οποίοι όμως δεν ανταπέδωσαν, περιμένοντας ακόμη τους καλούς οιωνούς από τις θυσίες. Όταν τελικά οι θυσίες καρποφόρησαν και άρχισε η μάχη ο Μαρδόνιος, επικεφαλής της σωματικής του φρουράς των χιλίων ανδρών, ήταν στην πρώτη γραμμή και πολεμούσε γενναία μέχρις ότου έπεσε, χτυπημένος από τον Σπαρτιάτη Αείμνηστο. Όταν ο Μαρδόνιος σκοτώθηκε, ο Περσικός στρατός οπισθοχώρησε στο οχυρωμένο στρατόπεδο τους. Αλλά αυτό δεν τους έσωσε, γιατί οι Έλληνες τους ακολούθησαν κατορθώνοντας να μπούνε μέσα. Έγινε μεγάλη σφαγή και μόνον τρεις χιλιάδες Πέρσες από τις τριακόσιες χιλιάδες κατόρθωσαν να σωθούν, δραπετεύοντας. Οι Έλληνες έχασαν μόνον χιλίους τριακοσίους άνδρες

Μέγας Αλέξανδρος-Η μάχη των Γαυγαμήλων(Discovery channel )




Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΙΣΧΥΛΟΣ- ΠΕΡΣΕΣ 472 π.Χ.

(Θεωρείται ως το αρχαιότερο έργο του Αισχύλου που έχει σωθεί)

                                                         ΠΡΟΣΩΠΑ  του  ΕΡΓΟΥ 

                                                                        ΧΟΡΟΣ

(Γέροντες άρχοντες της Περσίας)
ΑΤΟΣΣΑ
   (Βασίλισσα, γυναίκα του Δαρείου, μητέρα του Ξέρξη)
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
ΦΑΝΤΑΣΜΑ του ΔΑΡΕΙΟΥ
ΞΕΡΞΗΣ


ΥΠΟΘΕΣΗ  του  ΕΡΓΟΥ

(Ο βασιλιάς των Περσών, Ξέρξης, έχει φύγει με όλο του το στράτευμα για να κατακτήσει την Ελλάδα. Έχει περάσει καιρός και επειδή δεν φτάνουν μηνύματα από την εκστρατεία, στην Περσία άρχισαν να ανησυχούν. Οι πρεσβύτεροι μαζεύονται έξω από τα ανάκτορα και υπολογίζοντας το μέγεθος του στρατού εκφράζουν και τους ενδόμυχους φόβους τους. Βγαίνει η βασίλισσα Άτοσσα,  η μητέρα του Ξέρξη και τους ζητά συμβουλή για ένα τρομακτικό όνειρο που είδε το προηγούμενο βράδυ. Όμως την ίδια στιγμή εμφανίζεται ένας αγγελιοφόρος του περσικού στρατεύματος και επιβεβαιώνει με τον χειρότερο τρόπο τους φόβους όλων αρχίζοντας να διηγείται το μέγεθος της καταστροφής των Περσών στην ναυμαχία της Σαλαμίνας  πρώτα και μετά στο δρόμο της επιστροφής για την χώρα τους.
Αξίζει να προσέξουμε τον ευγενικό τρόπο με τον οποίο ο Αισχύλος χειρίζεται το θέμα της μεγάλης νίκης των Αθηναίων και αντίστοιχα της μεγάλης ήττας των Περσών, χωρίς περιττούς κομπασμούς υπεροχής, αλλά με το μεγαλείο και την επίγνωση του άξιου και δίκαιου νικητή)

ΑΤΟΣΣΑ
Με όνειρα ζω  τις νύχτες. Συνέχεια. Από τότε  που ο γιος μου πήρε στρατό και εκστράτευσε στη χώρα των Ιώνων  να την κατακτήσει.  Αλλά κανένα άλλο τόσο φανερό  όσο αυτό – τη νύχτα που πέρασε – δεν είδα άλλο. Θα σας  το πω.
Είδα δυο γυναίκες μπροστά στολισμένες. Η μια με πέπλους Περσικούς, η άλλη με Δωρικούς και στο παράστημα και στη μορφή απ’ τις σημερινές ξεχώριζαν.  Ήταν αδελφές από το ίδιο γένος.  Στη μια τύχη κληρώθηκε πατρίδα την Ελλάδα να έχει, στην άλλη βαρβαρική χώρα. Αλλά κάτι είχαν μεταξύ τους, έβλεπα που μάλωναν,  και τότε ο γιος μου,  μαθαίνοντάς το,  τις  έπιασε, να τις βάλει υποζύγια στο άρμα του, και περνούσε χαλινάρια στους αυχένες τους για να ημερέψουν.
Τότε η μια τα  δέχτηκε  τα χαλινάρια,  καμάρωνε σαν να ήταν στολίδια. Η άλλη χτυπιόταν άρπαξε του δίφρου τα εξαρτήματα  και τον έσυρε αχαλίνωτο. Τον έσπασε στα δυο. Έπεσε ο γιος μου και ο πατέρας του ο τότε, ο Δαρείος, παραστέκονταν  κι έκλαιγε και από την ντροπή του. Ο Ξέρξης  μόλις τον είδε έσχιζε τα ρούχα του.
Αυτά είδα τη νύχτα.
Και το πρωί που σηκώθηκα  πήρα νερό από την όμορφη πηγή   και προσφορές κρατώντας  και  πήγα στο βωμό να θυσιάσω στους θεούς  να αποτρέψουν τα κακά. Και τότε είδα να φεύγει αετός προς το βωμό του Φοίβου και έχασα τη φωνή μου. Κατατρομαγμένη έμεινα. Ύστερα είδα ένα γεράκι σαΐτα  που όρμησε πάνω του και με τα νύχια τον μάδαγε κι αυτός μάζεψε τα φτερά του. Και στέκονταν.
Φοβερά όσα είδα, και για σας  που ακούτε. Να το ξέρετε όμως καλά. Ο γιος μου αν νικήσει θα γίνει ξακουστός. Αν νικηθεί όμως, δε θα δώσει λόγο. Το ίδιο θα την αφεντεύει τη γη αυτή. Φτάνει να γυρίσει.

ΧΟΡΟΣ
Οι συμβουλές μας, μητέρα,  ούτε  θα σε φοβίσουν ούτε θα σου δώσουν θάρρος. Αν είδες κακό σημάδι, πρόσπεσε στους θεούς και ζήτα να αποτρέψουν το κακό.  Αυτό πρώτα. Να τα γυρίσουν όλα προς στο καλό. Για όλους. Έπειτα να κάνεις χοές στη γη  και στους νεκρούς. Και ζήτα απ’ τον  Δαρείο  τον άντρα σου,  που είδες, να σας στέλνει χαρές απ’ τον κάτω κόσμο και της ζωής σας τα ενάντια να τα αφανίζει. Αυτά  η ψυχή μου συμβουλεύει. Ολόψυχα. Και τέλος να έχουν όλα καλό.

ΑΤΟΣΣΑ
Είστε οι πρώτοι που ακούσατε το όνειρο και με συμβουλέψατε καλά για το παλάτι και το γιο μου.  Ας έχουν όλα καλή έκβαση.
Όλα όσα είπατε θα τα κάνω στους θεούς και τους νεκρούς όταν γυρίσω στο παλάτι.
Όμως θέλω να μάθω κι αυτό, φίλοι μου... Σε ποια μεριά της γης είναι η Αθήνα;

ΧΟΡΟΣ
Μακριά. Στη δύση.  Εκεί που δύει ο βασιλιάς Ήλιος.

ΑΤΟΣΣΑ
Και τη λαχτάρησε ο γιος μου να την κατακτήσει;

ΧΟΡΟΣ
Γιατί όλη τη Ελλάδα θα γίνει τότε υπήκοος του βασιλιά.

ΑΤΟΣΣΑ
Έχουν κι αυτοί πολύ στρατό όσο εμείς;

ΧΟΡΟΣ
Τέτοιο που έκανε δεινά στους Μήδους.

ΑΤΟΣΣΑ
Τόξα βαστούν;

ΧΟΡΟΣ
Κοντάρι και ασπίδα. Και μάχονται σώμα με σώμα.

ΑΤΟΣΣΑ
Και έχουν πλούτη στα σπίτια τους;

ΧΟΡΟΣ
Φλέβα ασήμι υπάρχει σ’ αυτούς. Θησαυρός της γης.

ΑΤΟΣΣΑ
Ποιος  τους εξουσιάζει και κυβερνάει το στρατό;

ΧΟΡΟΣ
Κανενός άνδρα δεν ονομάζονται δούλοι ούτε υπήκοοι.

ΑΤΟΣΣΑ
Και πως στέκονται οι άνδρες και πολεμούν τους εχθρούς;

ΧΟΡΟΣ
Όπως και στο στρατό του Δαρείου αντίκρυ έμειναν και του προκάλεσαν πολλές φθορές.

ΑΤΟΣΣΑ
Τα λόγια σου είναι τρομακτικά και πληγώνουν την καρδιά της μάνας.

(Στην άκρη της σκηνής – τρέχοντας – εμφανίζεται Πέρσης αγγελιοφόρος)

ΧΟΡΟΣ
Αλλά νομίζω ότι όλη την αλήθεια  θα τη μάθουμε γρήγορα.  Από αυτόν τον Πέρση άνδρα  που έρχεται τρέχοντας και φέρνει τα νέα. Σίγουρα. Καλά ή κακά.

(Ο Αγγελιαφόρος φτάνει ταραγμένος μπροστά στο χορό)

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Της Ασίας ολόκληρης χωριά και πόλεις! Γη της Περσίας του πλούτου λιμάνι! Ένα χτύπημα  τα σώριασε όλα.   Το άνθος της Περσίας χάθηκε.
Ωι  είναι κακό να φέρνεις πρώτος τα νέα για τη συμφορά! Αλλά είναι ανάγκη να  πω όλα τα παθήματα, Πέρσες. Όλος ο βαρβαρικός στρατός μας καταστράφηκε.

ΧΟΡΟΣ
Μαύρα. Μαύρα δεινά. Και χαμός  ανήκουστος. Ωι Πέρσες κλάψτε ακούγοντας.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Όλα. Όλα  τελείωσαν. Και γω τον ήλιο ανέλπιστα βλέπω.

ΧΟΡΟΣ
Ω! Ήταν γραφτό να ζήσω πολλά χρόνια! Για να δω το χαμό. Τον αβάσταγο.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ήμουν μπροστά  του ο ίδιος! Δεν τ’ άκουσα. Θα σας πω πως μας βρήκαν οι συμφορές.

ΧΟΡΟΣ
Αλίμονο, μεγάλα δεινά! Των τοξοφόρων, αμέτρητα πλήθη απ’ τη γη της Ασίας  Αχ πήγαν στην Ελλάδα. Για να πεθάνουν.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Γεμίζουν από δυστυχισμένους  νεκρούς  της Σαλαμίνας οι ακτές. Και όλος ο τόπος!

ΧΟΡΟΣ
Ωι Ωι. Κυματοδαρμένα σώματα φίλων Πνιγμένα. Τυλιγμένα χιτώνες. Στον αφρό και Στα έγκατα.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Τα τόξα  τους είναι άχρηστα. Όλους τους έπνιξαν των τριηρών τα έμβολα.

ΧΟΡΟΣ
Κλάψτε φρικτά  για τους δύστυχους με θρηνητική φωνή. Όλα των Περσών οι θεοί τα ανέτρεψαν. Καταστράφηκε ο στρατός μας.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ωι Σαλαμίνα εχθρικό όνομα δεν θέλω να το ακούω.   Φρικτή ανάμνηση της Αθήνας.

ΧΟΡΟΣ
Μισητή η Αθήνα στους δύστυχους! Στην ψυχή μου καρφώθηκε Τις Περσίδες ορφάνεψε από γιους κι από άντρες.

ΑΤΟΣΣΑ
Αυτή η συμφορά δεν έχει άλλη όμοια.  Έμεινα άφωνη. Ούτε να σιωπήσω μπορώ αλλά ούτε να ρωτήσω τα πάθη μας. Όμως πρέπει οι θνητοί να τ’ αντέχουν αυτά που οι θεοί στέλνουν. Κράτα τώρα την καρδιά σου. Και πες. Ανιστόρησε.
Ποιος σώθηκε; Ποιον αρχηγό να κλάψουμε που ταγμένος πρώτος, ο χαμός του τον στρατό μας αφάνισε;

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ο Ξέρξης ο ίδιος ζει και βλέπει το φως

ΑΤΟΣΣΑ
Φως ο λόγος  στο παλάτι μας! Άσπρη μέρα σε θεοσκότεινη νύχτα αιώνια!

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ο Αρτεμβέργης ο δυνατός αρχηγός με τα χίλια άλογα  στις κοφτερές  ακτές των Σιληνιών χτυποδέρνεται.
Τον μεγάλο χιλίαρχο Δαδάκη   κοντάρι τον πήρε απ’ το καράβι.   Και ο Τεναγώνας  ο πρώτος των Βακτρίων στριφογυρνάει στη θάλασσα της Σαλαμίνας του Αίαντα.
Ο Λίλαιος και ο Αρσάμης και ο Αργήστης οι τρεις, στους βράχους του νησιού χτυπιόνται.
Κι ο Φαρνούχος, του Νείλου ο γείτονας και ο Αρκτέας και ο Αδεύης και ο Φερισεύης μαζί. Στο ίδιο καράβι μαζί βούλιαξαν.
Ο Μάταλλος, δέκα χιλιάδες ορίζοντας, η πλούσια ξανθιά του γενειάδα χρωματίστηκε κόκκινη πέφτοντας.
Και ο Μάγος ο Άραβος και Αρτάβης ο Βάκτριος –  ο αρχηγός των τριών χιλιάδων μαύρων ιππέων – στην ξέρα  έπεσε και εκεί θάφτηκε.
Και ο Αμίστρης  και ο Αμφιστρέας – παίκτης κονταριού  αντροκτόνου και ο γενναίος Αριόμαρδος που έριξε τις Σάρδεις  στο πένθος, και ο Σεισάμης των Μυσών και ο Θάρυβης, αρχηγός πέντε φορές πενήντα καραβιών θρέμμα της Λύρνας – γερός και ωραίος – κακήν κακώς  πάει. Κάτω κείτεται. Και ο Συένεσης, της Κιλικίας ο άρχοντας ο πρώτος στην τόλμη. Σε πλήθος  ενάντια τρισδόξαστος έπεσε. Αυτά για τους άρχοντες. Όσα θυμήθηκα. Μύριες είναι οι συμφορές, τις λίγες σας είπα.

ΑΤΟΣΣΑ
Ωι  τα μεγαλύτερα κακά ακούω! Σπαραγμός και ντροπή μας τους Πέρσες! Πες όμως   για τους Έλληνες. Τόσα καράβια  είχαν, που τόλμησαν  ν’ αντιβγούν στον περσικό στρατό; Μπήγοντας έμβολα;

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Αν ήταν για τον αριθμό, θα νικούσαμε, βασίλισσα. Όλα τους  τα πλοία στα τριακόσια θα έφταναν – και τα  δέκα ήταν τα καλύτερα. Ο Ξέρξης  χίλια  είχε κι άλλα διακόσια  επτά που ήταν πολύ γρήγορα. Αυτοί ήταν οι αριθμοί. Δε χάσαμε  όμως για τους αριθμούς. Κάποιος δαίμονας μας ρήμαξε.   Τη χτύπησε τη ζυγαριά  την έκλινε  στο μέρος τους. Θεοί τη σώζουν  την πόλη της Παλλάδας.

ΑΤΟΣΣΑ
Ακόμα η Αθήνα είναι απόρθητη;

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Άντρες άμα έχει, έχει κάστρο άπαρτο.

ΑΤΟΣΣΑ
Πες για τα καράβια.. Πως άρχισαν;  Οι Έλληνες πρώτοι ή ο γιος μου σίγουρος για τον εαυτό του;

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Πρώτος άρχισε, δέσποινα,  με την οδηγία κάποιου κακού πνεύματος ή κάποιου θεού .   Ήρθε απ’ το στρατό των Αθηναίων ένας στο γιο σου και είπε:
«Όταν  απλώσει η νύχτα το σκοτάδι θα ξεφύγουν οι Έλληνες. Θα πιάσουν τα κουπιά και κρυφά θα σκορπιστούν για να σωθούν. Όπως όπως».
Και μόλις τ’ άκουσε ο Ξέρξης, χωρίς να σκεφτεί δόλο του Έλληνα ή φθόνο θεού φώναξε  τους ναύαρχους όλους και πρόσταξε: «Όταν πάψει ο Ήλιος  να καίει  το χώμα και υψωθεί το σκοτάδι, να παρατάξτε τα καράβια σας να φράξετε  το δρόμο σε  τρεις σειρές. Πυκνά. Και μ’ άλλα να κυκλώσετε  γύρω από το νησί του Αίαντα. Και να φυλάτε  τα στενά και τα περάσματα. Αν απ’ τον κλοιό και το χαμό σωθούν οι Έλληνες βρίσκοντας δρόμο  τα καράβια, πήρα απόφαση. Θα πεθάνετε».
Έτσι τους είπε. Βέβαιος και ανύποπτος – δεν ήξερε οι θεοί τι μελετούσαν.
Και την ίδια ώρα  οι Έλληνες ήρεμα  και πειθαρχημένοι ετοίμαζαν να φάνε. Οι ναύτες  περνούσαν τα κουπιά στους σκαρμούς και μετά που έδυσε ο ήλιος και η νύχτα έρχονταν πέρασαν όλα τα καράβια σε σχηματισμούς. Παρακινούσαν και κρατούσαν την τάξη όπως ορίστηκε ο καθένας. Προχωρούσε  η νύχτα και τελείωνε και αυτοί πουθενά δε δοκίμασαν να φύγουν.
Και   όταν ξημέρωσε, όταν  ανέβηκε το άρμα της ημέρας  τότε απ’ τα καράβια τους αντήχησε χαρούμενη βοή σαν τραγούδι και τα βράχια γύρω αντιλάλησαν. Φόβος μας έπιασε  που γελαστήκαμε. Δεν ήταν το τραγούδι τους ήχος φυγής  . Παιάνας ήταν. Να ορμήσουν. Και οι σάλπιγγες τους φλόγιζαν τα κουπιά αμέσως τότε  ακούστηκε το σύνθημα.
Και τα καράβια ήρθαν γρήγορα μπροστά μας.

Πρώτη προχώρησε η δεξιά πλευρά. Αλφαδιασμένα. Και όλα  τα άλλα πίσω τους. Και αντήχησε τότε μυριόστομο:
«Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, ελευθερούτε πατρίδ', ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων νυν υπέρ πάντων αγών».
(«Εμπρός, τέκνα των Ελλήνων, ελευθερώστε την πατρίδα, ελευθερώστε τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας, τα ιερά των πατρογονικών θεών σας, τους τάφους των προγόνων σας τώρα ο αγώνας είναι για τα πάντα».)

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Έλληνες εθνικοί ήρωες της Αργεντινής

(μια αρκετά ενδιαφέρουσα ιστορία)



Το 1784, στην Ύδρα γεννήθηκε ένα παιδί, που βαφτίστηκε Νικόλαος και γρήγορα φανέρωσε ανήσυχο πνεύμα, το οποίο υπογραμμίστηκε από τον άνεμο φιλελεύθερων ιδεών στο νησί. Νεότατος ακόμη, ο Νικόλαος Κολμανιάτης, άρχισε να ταξιδεύει και πολύ γρήγορα διακρίθηκε. Τον Ιούλιο του 1952, ο τότε διοικητής της Εμποροναυτικής Σχολής Υδρας, Θεοφάνης Καλλίτσας, γράφει στη "ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ" ότι ο νεαρός Νικόλαος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί όπου γεννήθηκε, εξαιτίας ενός επεισοδίου τιμής.

Χρόνια μετά, ίχνη του εντοπίζονται στη Μάλτα και λίγο αργότερα στο Βασίλειο της Νεαπόλεως. Εκεί, σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, ο Νικόλαος αντιστάθηκε στις διώξεις πολιτών, που ξεκίνησε η κυβέρνηση, με σκοπό να εκμηδενίσει το επαναστατικό ρεύμα, που κατέκλυσε την Ευρώπη μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Οι εξελίξεις από εκεί και πέρα, ήταν ραγδαίες: εγκατέλειψε την περιουσία που είχε δημιουργήσει στη Νάπολη και βρέθηκε στη Ρωσία, όπου κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό. Σύντομα τού απονεμήθηκε ο βαθμός του πλωτάρχη, καθώς εκτιμήθηκαν οι ικανότητές του.

Από τη Ρωσία στο νησί Μάρτιν Γκάρθια για μια γιγαντομαχία

Όπως έδειχναν όλα, είχε μπροστά του μια εξαιρετική σταδιοδρομία στο ρωσικό πολεμικό ναυτικό.
Αλλά τότε, κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή του. Ήταν το 1810, όταν άρχισαν οι αψιμαχίες μεταξύ Αργεντινών και Ισπανών, για την ανεξαρτησία των πρώτων από το ισπανικό στέμμα, με πρωτοστάτη τον Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν. Ο Νικόλαος αποφάσισε τότε να αφήσει πίσω του τη Ρωσία και το αληθινό του όνομα και να πάρει το ψευδώνυμο Γεωργίου. Στην Αργεντινή έφτασε το 1811, έχοντας στο πλευρό του τον ναυτικό Σαμουήλ Σπύρου, από τη Μυτιλήνη. Οι δύο τους γνωρίζονται με τον Ιρλανδό Γουλιέλμο Μπράουν, στον οποίο είχε ανατεθεί η οργάνωση του αργεντίνικου στόλου.

Η ιστορία της Αργεντινής ξεκινά να μνημονεύει τον Νικόλαο Γεωργίου από τη 10η Μαρτίου του 1814, όταν στη διάρκεια μιας ναυμαχίας κοντά στο νησί Μάρτιν Γκαρθία, δόθηκε -όπως μαθαίνουμε από τις εφημερίδες της εποχής- "μια γιγαντομαχία", στη διάρκεια της οποίας, "μετά από πολύωρο και πεισματώδη δράση, έτρεψεν εις φυγήν τους Ισπανούς”. Επικαλούμενοι προφανώς την ελληνική υπηκοότητα του ήρωα, πολλοί ιστορικοί της εποχής χαρακτήρισαν τη ναυμαχία “ομηρική”. Μάλιστα, κατά σύμπτωση, η ναυαρχίδα στην οποία επέβαινε ο Υδραίος ναυτικός, με την ιδιότητα του αξιωματικού, είχε το επίσης ελληνικό όνομα “Ηρακλής”.


Το τελευταίο ταξίδι του Σπύρου και της Κάρμεν

Δίπλα στον "Ηρακλή", αγωνιζόταν ο Σπύρου, κυβερνήτης του πολεμικού "Κάρμεν". Λίγες ημέρες μετά, το ίδιο σκαρί μετέφερε τον γενναίο ναυτικό στο τελευταίο του ταξίδι. Ήταν στη ναυμαχία Αρρόζο δε λα Τσίνα, όταν ο Σαμουήλ, περικυκλωμένος από υπεράριθμους Ισπανούς και, για να μην πέσει η "Κάρμεν" στα χέρια του εχθρού, ανατίναξε το πλοίο, βάζοντας φωτιά στην πυριτιδαποθήκη του.

Ο Κολμανιάτης εικάζεται ότι είδε την έκρηξη, καθώς το πλοίο που κυβερνούσε, το "Τρινιντάτ", στο οποίο είχε απομείνει μόνο με τον ύπαρχό του και ελάχιστα μέλη του κατώτερου πληρώματος, βρισκόταν σχετικά κοντά στην "Κάρμεν". Ωστόσο, κατάφερε για ακόμη μία φορά να διαφύγει. Η επόμενη αναφορά του ονόματός του είναι στο Μοντεβιδέο, όπου “η γενναιότης και η μέχρι απερισκεψίας ορμητικότης του έκαναν θαύματα”. Πρώτος αυτός εισήλθε στην εξαιρετικά στρατηγική και οχυρή αυτή θέση. “Τη στρατιωτική του επιτυχία στεφάνωσε και σημαντικότερη διπλωματική, γιατί κατόρθωσε να προσεταιρισθή υπέρ των Αργεντινών, τον αξιόμαχο στρατό και στόλο του αντιπάλου”,
γράφει η “ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ”. Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος κατά της Βραζιλίας, ο Κολμανιάτης ανήκε πια στο ανώτερο επιτελείο του στόλου. Έλαβε μέρος σε οκτώ ναυμαχίες το 1826, δέκα το 1827 και τρεις το 1828.

Το παράσημο της Αργυράς Ασπίδας και η Εβίτα Περόν

Στην ελληνική εφημερίδα “ΠΑΤΡΙΣ-PATRIA” της Νοτίου Αμερικής, διαβάζουμε στις 6 Ιανουαρίου του 1957: “Ότε επανήλθε νικητής στο Βουένος Αϊρες, κυβερνήτης της φρεγάδας ‘Αυτοκράτειρα’, το 1828, ετιμήθη με το παράσημο του Τάγματος της Αργυράς Ασπίδος. Έκτοτε, πολεμικά της Αργεντινής, σχολαί και οδοί πόλεων και κωμοπόλεων φέρουν το όνομά του”.

Το 1937, ένα αντιτορπιλικό του αργεντινού στρατού «βαφτίστηκε» προς τιμήν του Jorge, ενώ άλλο έλαβε το όνομα του Σπύρου. Μάλιστα, το “ARA ESPIRO”, στη διάρκεια του πολέμου του Κόλπου, είχε καταπλεύσει στον Πειραιά. Σήμερα, στην Ύδρα, δύο μνημεία μαρτυρούν την ιστορία του Κολμανιάτη. Η μία είναι η ανάγλυφη επιγραφή στο "έμπα" του νησιού, στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, όπου ο Κολμανιάτης απεικονίζεται ανάμεσα σε δύο όρθιες γυναίκες, που συμβολίζουν την Ελλάδα και την Αργεντινή. Η άλλη, μια προτομή, που στη βάση της αναγράφει "JORGE", την οποία η Εβίτα Περόν δώρισε τον Νοέμβριο του 1949 στο Ιστορικό Αρχείο και Μουσείο Ύδρας (ΙΑΜΥ).

Πηγή
www.istorikathemata.com

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Οι Κρήτες στην Άλωση!!!

       Στο επίκεντρο ενός πολύ γνωστού παλαιότερα μύθου βρίσκονται οι περήφανοι Κρήτες πολεμιστές, που πολέμησαν γενναία προσπαθώντας να αποσοβήσουν το μοιραίο, την πτώση της Πόλης. Οι Κρήτες, στην πλειονότητά τους τοξότες, είχαν έλθει ως εθελοντές από τη Μεγαλόνησο για να βοηθήσουν στην άμυνα της Πόλης. Οι ιστορικοί της άλωσης τους τοποθετούν στους τρεις πύργους του Κεράτιου, που βρίσκονται κοντά στο σημείο όπου έδενε η αλυσίδα που έκλεινε τον κόλπο, το νευραλγικότερο ίσως σημείο της άμυνας της Πόλης στα πρώτα στάδια της πολιορκίας.
         Κατά την τελική έφοδο των Οθωμανών, οι Κρήτες πολέμησαν γενναία και μάλιστα δεν επέτρεψαν στους Τούρκους να <<πατήσουν>> το τμήμα των τειχών που είχαν στην φύλαξή τους. Οι Τούρκοι, αγχωμένοι να μετάσχουν στη λαφυραγώγηση της Πόλης και καταλαβαίνοντας ότι θα έπρεπε να πληρώσουν δυσανάλογα βαρύ φόρο αίματος για να πατήσουν τους τρεις καλά επανδρωμένους πύργους, αποφάσισαν να τους επιτρέψουν να φύγουν εν τιμή, με τα όπλα και τα υπάρχοντά τους. Οι Κρήτες επιβιβάστηκαν στα δύο πλοία που τους είχαν φέρει από το Χάνδακα και κίνησαν για τη Μεγαλόνησο.
        Οι διηγήσεις ενός από τους Κρητικούς, του Πέτρου Κάρχα ή Γραμματικού, αποτελούν τη βάση του χειρογράφου του 1460, το οποίο σήμερα φυλάσσεται στην Ι.Μ. Βατοπεδίου του Αγίου Όρους. Ο αριθμός που δίνει για τους Κρήτες αγωνιστές είναι 1500, που είναι όμως μάλλον υπερβολικός-λίγες εκατοντάδες μοιάζει πιθανότερος. Επίσης, τα πλοία που δίνει είναι πέντε, ενώ οι χρονογράφοι της άλωσης μιλάνε για δύο.
       Πάντως, οι αρχηγοί των Κρητών εθελοντών ήταν ο Μανούσσος Καλλικράτης από τα Σφακιά, ο Γρηγόρης Βατσιανός Μανιάκης από το Ασκύφου και ο Πέτρος Κάρχας ή Γραμματικός από την Κυδωνία. Ο Ανδρέας Μακρής από το Ρέθυμνο και ο Παυλής Καματερός από την Κίσσαμο ήταν οι άλλοι δύο αρχηγοί.
     Σύμφωνα με το ρομαντικό ( αλλά δίχως βάσεις στην πραγματικότητα) λαϊκό μύθο, τα πλοία των Κρητών ουδέποτε έφθασαν στη Μεγαλόνησο, αλλά έκτοτε περιπλανιούνται σε ένα άχρονο πέλαγος, μέχρι τη μέρα που οι Ρωμιοί θα προσπαθήσουν να ξαναπάρουν την Πόλη. Τότε, λέει η παράδοση, οι Κρήτες θα επιστρέψουν και θα ενώσουν τις δυνάμεις τους με τους υπόλοιπους Έλληνες στην ύστατη μάχη για την Κωνσταντινούπολη.  

Έλληνες εξισλαμισμένοι οι ηγέτες των Οθωμανών!



Το ακόλουθο άρθρο είναι απόσπασμα από πολυσέλιδη ανέκδοτη ιστορική εργασία μου. Κρίνω σκόπιμη τη δημοσίευσή του, στις δύσκολες ώρες που βιώνουμε ως λαός και έθνος, έχοντας την πεποίθηση ότι η γνώση της ιστορίας είναι το καλύτερο «γιατρικό» στην αντιμετώπιση κάθε κρίσης, πολιτικής, πολιτισμικής, εθνικής…
Στέφανος Μυτιληναίος
Ο Μιχαήλ Δούκας αναφέρει, ότι ο Οθωμανός στρατάρχης Χαλίλ, που διορίστηκε σε αυτή τη θέση από τον Μουράτ τον Α΄ (1362-1389) «ήταν Ρωμαίος στην καταγωγή»[1], δηλαδή ήταν κατά πάσα πιθανότητα Έλληνας και μετά απόλυτης βεβαιότητας ελληνόφωνος.
Μετά την οριστική κατάλυση του πελοποννησιακού δεσποτάτου του Μυστρά από τους Οθωμανούς (1460), άρχισαν εχθροπραξίες των Τούρκων εισβολέων με τους Ενετούς (1463), που διατηρούσαν αρκετές σημαντικές κτήσεις στα ελληνικά εδάφη ήδη από την εποχή των σταυροφοριών. Εκείνα τα χρόνια, ως μεγάλος βεζίρης της Υψηλής Πύλης αναφέρεται ο Μαχμούτ Πασάς, ο οποίος ήταν (κατά γενική παραδοχή όλων των ιστορικών) ελληνικής καταγωγής[2].
Ο διάδοχός του στο ίδιο αξίωμα κατά την αποτυχημένη εισβολή του Μωάμεθ του Πορθητή στη Ρόδο το έτος 1467, ο μεγάλος βεζίρης Μεζίχ Παλαιολόγος, από το επώνυμο φαίνεται πως όχι μόνο ήταν ελληνικής καταγωγής αλλά κρατούσε κιόλας «ως εφημίζετο, εκ του ομωνύμου αυτοκρατορικού οίκου»[3]. Ο μεγάλος βεζίρης Μεζίχ Παλαιολόγος ονομαζόταν πριν Μανουήλ, και ήταν ο γιος του τελευταίου δεσπότη του Μυστρά Θωμά και ανιψιός του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου[4].
Επίσης, ο τελευταίος πρωτοβεστιάριος της ποντιακής αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας Γεώργιος Αμοιρούτζης, μετά την συνθηκολόγηση και παράδοση του αυτοκράτορα Δαβίδ το 1461, έγινε μουσουλμάνος και πέρασε στην υπηρεσία του Μωάμεθ του Πορθητή ως αξιωματούχος και λόγιος: «Αυτός ο κατά τα άλλα μορφωμένος και ταλαντούχος Τραπεζούντιος μπορεί να χρησιμέψει σαν υπόδειγμα στρεβλωμένου απ’ τη δουλεία υποκριτή ραγιά. Σε μίαν επιστολή προς τον Βησσαρίωνα θρηνεί πικρά την πτώση της Τραπεζούντας, ο ίδιος όμως αλλαξοπίστησε× εγκωμίαζε το σουλτάνο ως νέο Αχιλλέα και Αλέξανδρο, ως γιο της Ελληνίδας μούσας κι έγραψε γι’ αυτόν ποιήματα στον τύπο των χριστιανικών ύμνων προς την Παναγία»[5].
Ογδόντα χρόνια περίπου μετά, βρίσκουμε στην αυλή του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (δισέγγονου του Μωάμεθ) να διορίζεται κατά το 1523 στο αξίωμα του μεγάλου βεζίρη ο Ιμπραήμ Πασάς, εξισλαμισμένος Έλληνας και αυτός, που ως αιχμάλωτος είχε μεγαλώσει μαζί με τον σουλτάνο στο παλάτι και είχε γίνει ο πιο στενός του φίλος. O Σουλεϊμάν ένα χρόνο μετά το διορισμό του τον πάντρεψε με την αδελφή του, τη Χαλίς[6]. Επίσης, ο μεγαλύτερος αρχιτέκτονας των Οθωμανών Σινάν, γεννημένος το 1497, σε ηλικία 13 ετών είχε στρατολογηθεί αρχικά στο πλαίσιο του «ντεβσιρμέ», δηλαδή του βίαιου ετήσιου παιδομαζώματος προικισμένων χριστιανών (συνήθως ελληνικής καταγωγής) για να εξισλαμιστούν και να πυκνώσουν τις τάξεις των γενιτσάρων. Το έτος 1529, στο στρατηγικής σημασίας κάστρο της Μεθώνης, βρίσκουμε δύο Έλληνες μουσουλμάνους σε καίριες θέσεις. Τον κυρ Καλογιάννη Μεθωναίο ως λιμενάρχη, και τον Ζακυνθινό Νικόλαο Σκανδάλη στη θέση του τελώνη και του διοικητή των πύργων της προκυμαίας.
Αποτέλεσμα της ευρείας αξιοποίησης όλων αυτών των ελληνικής καταγωγής εξισλαμισμένων αξιωματούχων ήταν, η Ελληνική γλώσσα να εκτοπίσει εντελώς την βάρβαρη και ακατέργαστη τουρκική μέσα από το παλάτι. Μάλιστα και ο ίδιος ο σουλτάνος, ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής, πέρα από τη φημολογούμενη ελληνική του καταγωγή, ο ίδιος μίλαγε άπταιστα και έγραφε Ελληνικά, ενώ μελετούσε επισταμένα την αρχαία Ελληνική Παιδεία[7]. Έτσι, ήδη από το έτος 1479 σώζονται οθωμανικά διπλωματικά έγγραφα «γεγραμμένα πάντα εν τη Ελληνική», η οποία ήταν «επισήμω τότε γλώσση του Οθωμανικού κράτους»[8].
Κατά την πρώτη λοιπόν περίοδο της τουρκοκρατίας η Ελληνική γλώσσα όχι μόνο δεν αντιμετώπισε κανένα κίνδυνο από τους Οθωμανούς, αλλά απ’ ό,τι βλέπουμε επειδή η άρχουσα τάξη των μουσουλμάνων είχε στελεχωθεί από Έλληνες εξωμότες, εξαιτίας της μόρφωσης και της προηγούμενης κυβερνητικής εμπειρίας τους, πήρε τη θέση της επίσημης διπλωματικής γλώσσας της ισλαμικής αυτοκρατορίας, αλλά και της γλώσσας της σουλτανικής διοίκησης! Με λίγα λόγια, η Ελληνική παρέμεινε ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας σε όλους τους τομείς!
Βεβαίως οι Οθωμανοί (όπως και οι Ρωμαίοι πριν από αυτούς) δεν διατήρησαν την Ελληνική γλώσσα από κάποια αγάπη προς τους Έλληνες και τον πολιτισμό τους, αλλά για εντελώς πρακτικούς και πολιτικούς λόγους. Εφόσον τα Ελληνικά ακόμα τότε ομιλούνταν από τη συντριπτική πλειοψηφία όχι μόνο των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου, αλλά και από τους μουσουλμάνους, οι οποίοι ήταν στη μεγάλη τους πλειοψηφία Έλληνες «τουρκεμένοι» και ως τέτοιοι παρέμεναν ελληνόφωνοι. Επίσης, η Ελληνική ήταν απαραίτητη ως διπλωματική γλώσσα με τις αυλές της Δύσης, διότι τα τουρκικά δεν τα γνώριζε και δεν τα αναγνώριζε κανείς.
Παράλληλα, ο Μωάμεθ ο Πορθητής, που είχε γνώση της μακρινής ρωμαίικης του καταγωγής και μάλιστα από την αυτοκρατορική οικογένεια των Κομνηνών όπως μαρτυρεί ο Φραντζής[9], ήθελε να αναγνωριστεί από τις δυτικές αυλές ως γνήσιος Ρωμαίος αυτοκράτωρ, παρά ως Οθωμανός σουλτάνος. Και αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο αν αναλογιστεί επιτέλους κανείς ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ξεκίνησε ως παγανιστική, έπειτα έγινε χριστιανική και πλέον θα μπορούσε να γίνει και ισλαμική! Εξάλλου ο Μωάμεθ είχε δώσει στον εαυτό του και τον τίτλο του Καίσαρα!
Η χρήση της Ελληνικής ως μοναδικής επίσημης γλώσσας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας διατηρήθηκε και μέχρι τα χρόνια πριν και κατά την Επανάσταση του 1821. Ο Άγγλος λοχαγός William Martin Leake, που περιηγήθηκε την Ελλάδα από το 1804 έως το 1810 ως κατάσκοπος υπέρ των βρετανικών συμφερόντων, φιλοξενήθηκε σε μία στάση του και στο σπίτι του Γιουσούφ αγά Αράπη στο Τεπελένι, από τις 28 Δεκεμβρίου 1804 έως και τις 6 Ιανουαρίου 1805. Η δουλειά του ήταν να παρατηρεί τα πάντα προσεχτικά και να τα αναφέρει με σχολαστικότητα στους προϊσταμένους του. Αναφερόμενος στις συνήθειες του περιβόητου Αλβανού τυράννου της Ηπείρου Αλή Πασά των Ιωαννίνων, επισημαίνει:
«Όλα περνούν από το χέρι του εκτός από την αλληλογραφία. Υπαγορεύει τις επιστολές στον Τούρκο ή Ρωμιό γραμματικό. Το γράψιμό του είναι φριχτό κι’ ακόμα χειρότερη η ελληνική ορθογραφία του. Τα λίγα γράμματα που έμαθε τα ξέχασε γιατί δεν τα χρησιμοποίησε ποτέ, αφού στην οθωμανική Ανατολή κάθε μεγάλος έχει το γραμματικό του. Διάβαζε αραβικά μα δεν δοκίμασε ποτέ να γράψει. Οι συνεννοήσεις του με την Πύλη γίνονται σε ελληνική γλώσσα διαμέσου του αρχιτζοχαντάρη του, του επίσημου δηλαδή αντιπροσώπου του στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά και με τους Αρβανίτες του αλληλογραφούσε στα ελληνικά, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις που επιθυμούσε να διαβαστεί η διαταγή του στα αρβανίτικα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις επιστρατεύει τα αρβανίτικα αλλά γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες»[10].
Γι’ αυτό και βλέπουμε όχι μόνο επί τουρκοκρατίας αλλά και κατά την περίοδο της Επανάστασης τους Οθωμανούς αξιωματούχους να συνοδεύονται πάντα από έναν Έλληνα γραμματικό, όπου ορισμένοι από αυτούς τους γραμματικούς λειτουργούσαν και ως άξιοι κατάσκοποι υπέρ των μαχητών της ελευθερίας. Οι Έλληνες γραμματικοί ήταν άκρως απαραίτητοι στους Τούρκους και στους Αλβανούς πασάδες, διότι αυτοί συνέτασσαν την κρατική αλληλογραφία τους, η οποία ήταν γραμμένη στην Ελληνική γλώσσα. Όλες οι αναφορές, τα διατάγματα ακόμα και τα φιρμάνια γράφονταν στην Ελληνική.
Η μαρτυρία ενός Διαφωτιστή: Ότι οι Ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι δεν ήταν Τούρκοι, αλλά ελληνικής καταγωγής πληθυσμοί που εξισλαμίστηκαν, ήταν γνωστό και στους πνευματικούς πατέρες του έθνους και της Επανάστασης του 1821. Ένας από αυτούς, ο ξενιτεμένος διαφωτιστής Γρηγόριος Ζαλίκογλου (1776–1827), έγραφε στον πρόλογό του στο «Γαλλοελληνικό Λεξικό» το έτος 1809:
«Οι περί ημάς Τούρκοι καλούμενοι δεν είν’, οι πλείστοι αυτών, απόγονοι των Ελλήνων; δεν είναι αδελφοί μας; δεν είναι Έλληνες; Τω όντι όσα μιλλιώνα αυτών κατοικούσι την σήμερον την Ελλάδα δεν ήλθαν εκ της Ασίας ούτε άλλοθεν· αλλ’ αφού άφησαν την γλώσσαν και το όνομα προγόνων, δεν μετέχουσιν ούτε της ευδοξίας αυτών. Καυχάται την σήμερον ο Αθηναίος δια την φρόνησιν του Θεμιστοκλέους, ο Μακεδών δια την ανδρίαν του Αλεξάνδρου· αλλά τις; και ποίος; όστις  φυλάττει εις το στόμα του και εις την ακοήν του, και την φωνήν εκείνων. Όσοι δεν σώζουσιν εκείνων την γλώσσαν, ούτε τολμώσιν, ούτε φαντάζονται να καυχηθώσιν επί τοιούτοις προγόνοις, όχι διότι επίστευσαν εις το Κοράνι· επειδή ούτε ο Θεμιστοκλής εγνώριζε το Ευαγγέλιον: αλλά διότι δεν έχουσι πλέον την γλώσσαν του»[11].
Εθνικό μας ταυτοτικό στοιχείο είναι μόνο η Ελληνική μας γλώσσα, σύμφωνα με τον Ζαλίκογλου. Άσχετα αν ο ελληνόφωνος πιστεύει στο Κοράνι ή στο Ευαγγέλιο, διότι, όπως έγραψε χαρακτηριστικά, «ούτε ο Θεμιστοκλής εγνώριζε το Ευαγγέλιον».

[1] Μιχαήλ Δούκας, «Βυζαντινοτουρκική Ιστορία», XXVIII. 12, εκδόσεις «Κανάκη», Αθήνα 1997.
[2] Κωνσταντίνος Σάθας, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», σελίδα 13, Αθήνα 1869, ανατύπωση από τις «Αναστατικές Εκδόσεις – Διονυσίου Νότη Καραβία», Αθήνα 1995.
[3] Κωνσταντίνος Σάθας, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», σελίδα 30, Αθήνα 1869, ανατύπωση από τις «Αναστατικές Εκδόσεις – Διονυσίου Νότη Καραβία», Αθήνα 1995.
[4] Ο οίκος των Παλαιολόγων χάθηκε με αξιοθρήνητο τρόπο. Ο Δημήτριος (αδελφός του βασιλιά) πέθανε στα 1470, καλόγερος στην Αδριανούπολη. O Θωμάς (ο άλλος αδελφός) πέθανε στη Ρώμη στα 1465. Από τους γιους του ο Μανουήλ πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι απόγονοί του τούρκεψαν και αναδείχτηκαν σε αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης, και ο Ανδρέας στη Ρώμη, όπου πέθανε ξεπεσμένος το 1502. Απ’ τις κόρες του η Ελένη, χήρα του βασιλιά των Σέρβων Λαζάρου, πέθανε καλόγρια στη Λευκάδα, ενώ η Ζωή παντρεύτηκε στα 1472 το μεγάλο δούκα της Ρωσίας Ιβάν Γ΄ τον Τρομερό και έτσι του απένειμε τον τίτλο του Καίσαρα (Τσάρου) και δικαιώματα στο θρόνο της Νέας Ρώμης.
[5] Φέρντιναντ Γκρεγκορόβιους, «Μεσαιωνική Ιστορία των Αθηνών», τέταρτο βιβλίο, κεφάλαιο έβδομο, τόμος τρίτος, σελίδες 427-428, εκδόσεις «Κριτική», Αθήνα 1994.
[6] Τζον Φρίλι, «Κωνσταντινούπολη, Από τον Χριστιανισμό στο Ισλάμ» σελίδα 222, εκδόσεις «Περίπλους», Αθήνα 2001.
[7] «Ο Μωάμεθ υπήρξε ένα άτομο που εμπνεόταν και που τυραννιόταν από τη συνείδηση της ιστορίας. Αν πιστέψουμε τις αναφορές πως διάβαζε τις περιπέτειες του Αλεξάνδρου και την Ιλιάδα, παράλληλα βέβαια με τις ιστορίες και τους θρύλους των παλαιών σουλτάνων και του εθνικού ήρωα των Τούρκων Dede Korkut, πως μιλούσε πέντε γλώσσες, πως συζητούσε για την ελληνιστική φιλοσοφία και πως έγραφε ποιήματα, θα καταλάβουμε πως υπήρχε στην προσωπικότητά του ένα ισχυρό αισθητικό στοιχείο…», Βρασίδας Καραλής, εισαγωγή στην «Ελληνοτουρκική Ιστορία» του Μιχαήλ Δούκα, σελίδα 48, εκδόσεις «Κανάκη», Αθήνα 1997.
[8] Κωνσταντίνος Σάθας, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», σελίδα 25, Αθήνα 1869, ανατύπωση από τις «Αναστατικές Εκδόσεις – Διονυσίου Νότη Καραβία», Αθήνα 1995.
[9] Σύμφωνα με τον Γεώργιο Φραντζή, «Χρονικόν» Α΄, 20, ο γενάρχης της βασιλικής δυναστείας των Οθωμανών (Οσμανίδων) ήταν ένας ανιψιός του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1118-1143). Αυτός, που ονομαζόταν επίσης Ιωάννης, εξαιτίας διαφωνιών του με τον θείο του και αυτοκράτορα αυτομόλησε στους Τούρκους. Αλλαξοπίστησε γινόμενος μουσουλμάνος και πήρε το όνομα Τζελεπής. Παντρεύτηκε την κόρη του αμηρά των βαρβάρων, κάποια Καμερώ, και απέκτησε μαζί της έναν γιο τον Σολιμάν. Ο Σολιμάν γέννησε τον Ερτογρούλ, τον ιδρυτή της δυναστείας των Οσμανίδων και θεμελιωτή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και πατέρα του Οσμάν. Με λίγα λόγια, ο Οσμάν ήταν δισέγγονος του Ρωμαίου (Βυζαντινού) πρίγκιπα Ιωάννη, ανιψιού του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνού και πρόγονος του Μωάμεθ του Πορθητή! (Γεώργιος Φραντζής, «Χρονικόν», εκδόσεις «Γεωργιάδη», Αθήνα 2001).
[10] Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Γ1΄, σελίδα 337, εκδόσεις «Στάχυ», Έκτη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[11] Γρηγόριος Ζαλίκογλου, πρόλογος στο «Γαλλοελληνικό Λεξικό», Παρίσι 1809, πηγή: Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η εποχή του», σελίδα 292, εκδόσεις: «Ιωάννης Ν. Ζαχαρόπουλος», Αθήνα 1958.